Κάλαντα και Ειρεσιώνη..

Φτάσαν και πάλι τα Χριστούγεννα, χωριά και πόλεις στολίστηκαν με τα γιορτινά τους και τα παιδάκια θα ξεχυθούν και πάλι στα σπίτια που ριζώνουν στο βουνό μας, στο βουνό των Κενταύρων, ν'αναγγείλουν τραγουδώντας το χαρμόσυνο μήνυμα της γέννησης του Χριστού... άλλα μοναχά τους, άλλα παρέες μεγάλες, κάποια με τρίγωνα κουδουνιστά, ίσως και κάποιο με κανένα μπαγλαμαδάκι.. Θυμάμαι λίγα χρόνια πριν, τις κελαριστές φωνούλες τους και τα ποδοβολητά στο καλντερίμι, καθώς τρέχοντας πλησιάζανε το σπιτικό μου, κι ύστερα έξω από την αυλή, ένα μακρόσυρτο γελαστό "Να τραγουδήσουμεεεε;". Αλήθεια, μού'χει λείψει αυτό το "να τραγουδήσουμεεεε;" τώρα πια που αντικαταστάθηκε με το καθιερωμένο "να τα πούμε;" που έμαθαν από τα Αθηναιάκια και τα άλλα παιδιά πού'ρχονται εδώ για τις διακοπές τους...

κάλαντα2.jpg

Αν κι εχω ξαναγράψει τις περασμένες χρονιά για τα κάλαντα καθώς και για άλλα λαογραφικά των ημερών, τούτο το ιστολόγιο που, ομολογουμένως, διακατέχεται από μια αδυναμία για τα ήθη και τα έθιμα του λαού μας, δε μπορεί να μην τιμήσει και τα φετινά Χριστούγεννα με κάποιο μικρό αφιέρωμα στις παραδόσεις μας.

Τα τραγούδια των ημερών αυτών, που λένε (ή τουλάχιστον έλεγαν) οι μικροί καλαντιστές, είναι αμέτρητα και πανέμορφα, πλούσια και γεμάτα παραλλαγές κι αυτοσχεδιασμούς, και ποικίλουν ανάλογα με την περιοχή, τα τοπικά ιδιώματα και τα χαρακτηριστικα στοιχεία των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονταν (βλέπε παλαιότερες εγγραφές:Τα κάλαντα και παραδοσιακά, "λαϊκά" κάλαντα). Πέρα από τα καθαρώς "λόγια" κάλαντα (π.χ. "Καλήν ημέραν άρχοντες...") ή τα "λαϊκότερα" ("Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη χαρά στον κόσμο..") που αναφέρονται στο ίδιο το γεγονός της αναγγελίας, υπάρχουν τα "λαϊκά" κάλαντα, τα αυτοσχέδια ευχετήρια τραγούδια των παιδιών προς τους νοικοκύρηδες και το σπιτικό, για υγεία, χαρά, πλούτο, παντρειά, ανάλογα με τις ιδιότητες αλλά και τις ανάγκες τους (π.χ. "Σ'αυτό το σπίτι πού'ρθαμε, πέτρα να μη ραϊσει..."), που παλαιότερα, δεν παρέλειπαν να συμπληρώνουν τα προηγούμενα. Καθαρά ευχετήρια, έχουν παραμείνει και τα "Νυχτοκάλαντα" ή "Καλησπερίσματα" που τραγουδούν ακόμη στα χωριά του Πηλίου, παρέες νέων το βράδυ των Φώτων. (βλέπε:Τα νυχτοκάλαντα...). Οι ρίζες τούτων των τραγουδιών φτάνουν βαθιά στην αρχαιότητα..

Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Αποστόλου Αρβανιτόπουλου, σχετικό με τα έθιμα του χριστουγεννιάτικου δέντρου και των καλάνδων, μας σώζει ο Φίλιππος Βρετάκος στο βιβλίο του "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των":

"Το χριστουγεννιάτικον δένδρον συμβολίζει την αιωνιότητα της ζωής, διότι δεν γηράσκει και δεν χάνει, επομένως, την νεότητά του. Περί τούτου, ως εθίμου, ο αείμνηστος καθηγητής μου Αποστολ. Αρβανιτόπουλος ("Κληρονομία του αρχαίου κόσμου", εφημερίς "Εθνος", 31 Δεκεμ.1937) αναφέρει τα εξής: "Το δένδρον όμως των Χριστουγέννων δεν το ευρίσκω, εγώ τουλάχιστον, ως ξενικήν συνήθειαν, ως νομίζεται γενικώς, αλλ' εν μέρει ως αρχαίαν ελληνικήν. Είναι, δηλαδή, υπολείμματα της περιφήμου "ειρεσιώνης", και της "ικετηρίας" των αρχαίων Ελλήνων, και μάλιστα των αρχαίων Αθηναίων. Ήσαν δε η μεν Ικετηρία κλάδος ελαίας, από του οποίου εκρέμων ποκάρια μαλλιού, και έφερον αυτόν όσοι ήθελον να ικετεύσουν τον Θεόν ομαδικώς, δια την απαλλαγήν του τόπου από δεινού τινός κακού, π.χ. από νοσήματος, πανώλους, χολέρας ή ομοίου. Ως επί το πολύ, όμως, εβάσταζε την Ικετηρίαν άνθρωπος, ο οποίος ήθελε να τεθή υπό την προστασίαν θεού και της ανωτέρας αρχής, για να προβή εις αποκαλύψεις εναντίον ισχυρών ανθρώπων ή αρχόντων.

Η ειρεσιώνη, όμως, είχε πολύ μεγάλην αναλογίαν και προς τα κάλανδα και προς το δένδρον των Χριστουγέννων, διότι ήτο και αυτή κλάδος ελαίας ή δάφνης επί του οποίου εκρεμώντο ομοίως έρια λευκά ή πορφυρά, αλλά και καρποί και κολλύραι (κουλούρες) κ.τ.λ., εκ δώρων προερχόμενα. Τον κλάδον αυτόν περιέφερον τα παιδιά καθ'ομάδας από τας οικίας, και έψαλλον εγκωμιαστικά άσματα υπέρ της ευτυχίας του οικογενειάρχου και των μελών της οικογενείας του' εζήτουν δε και την αμοιβή των, διότι "τα είπαν", να τους δώση έκαστος "ό,τι προαιρείται", χωρίς να εκφράσουν κατ'ουδένα τρόπον την αγανάκτησίν των, αν δεν τους έδιδον τίποτε, ενώ σήμερον εκφράζουν' διαφορά πολιτισμού.

Η Ειρεσιώνη αυτή εψάλλετο κατά διαφόρους εποχάς του έτους, όπως και σήμερον τα κάλανδα (Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς, Θεοφανίων, Λαζάρου, Σταυρώσεως, κλπ). Και δη κατά τα Θαργήλια (Μάιον), Πυανόψια (Οκτώβριον), προς τιμήν του Απόλλωνος, του Ηλίου, των Ωρών, κλπ εις των οποίων τους ναούς και τα ιερά κατετίθετο. Πολλά εκ των παιδίων, ή πάντα, έφερον τον κλάδον τούτον εις την οικίαν των και τον εκρέμων εις την θύραν' εκεί έμενεν όλον το έτος, κατά δε το τέλος εκαίετο μεν ο περσινός κλάδος, εκρεμάτο δε ο νέος, όπως ο "Μάϊς" σήμερον' συνέβαινε δε τούτον και κατά τον αυτόν Θαργηλιώνα (Μάϊον) μήνα. [...]

Αλλά το σπουδαιότατον είναι, ότι εν εκ των περισωθέντων αρχαίων δημωδών ασμάτων, τα οποία έψαλλον τα παιδιά κατά την αρχαιότητα, έχει όλον το χρώμα και την υφήν και τας εννοίας, τα οποία έχουν τα πολυποίκιλα κατά τόπους νεοελληνικά κάλανδα. Ιδού δε η απόδειξις: έψαλλον, δηλαδή, τα παιδιά εκείνα των αρχαίων Ελλήνων εις στίχους ωραιοτάτου δακτυλικού εξαμέτρου ως εξής***:

ειρεσιώνη.jpg

Ήτοι: Εφθάσαμεν εις το αρχοντικόν του μεγάλου αφεντικού, ο οποίος έχει μεν μεγάλην δύναμην και τρομεράν φωνήν, είναι δε πάντοτε ευτυχισμένος' αι σεις, οι πόρτες του σπιτιού, ανοίξατε μόναι σας! Διότι μπαίνει μέσα εις στο σπίτι ο Πλούτος με αφθονίαν και μαζί με τον Πλούτον η χαρά και η Ευθυμίαν, γεμάτες από καλούδια, και η καλή Ομόνοια και Ησυχία' άμποτε δε να είναι τα δοχεία σας και τα τσουκάλια σας γεμάτα και πάντοτε να ανακατεύεται εις την σκάφην σας, που ζυμώνετε, ζυμάρι άφθονον και ωραίον.

Και άλλα πολλά παρακολουθούν τα ανωτέρω εις το αρχαίον περισωθέν άσμα, πολύ ανάλογα οφθαλμοφανώς προς τας ευχάς και τους επαίνους, οι οποίοι περιέχονται εις τα διάφορα σημερινά κάλανδα των παιδιών του Ελληνικού Λαού. [...]""

(*** αναφέρονται στους "Ομήρου βίους")

κάλαντα1.jpg

Το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν "Ηλίου"", αναφέρει, μεταξύ άλλων, στο λήμμα "κάλανδα":

"[...]Το έθιμον ίσως να είναι συνέχεια της περιφοράς της αρχαίας ειρεσιώνης υπό παίδων ή και ένωσις συνηθειών περισσοτέρας της μίας αρχαίων εορτών, διότι οι αποτελούντες τα άδοντα συγκροτήματα περιέρχονται τας οικίας συχνά, κρατούντες ράβδους κεκοσμημένας, όπως περίπου οι αρχαίοι θύρσοι των διονυσιακών εορτών και φανούς πολυχρώμους ή εσωτερικώς φωτιζόμενα ομοιώματα πλοίων, με άνοιγμα απομιμούμενον αστέρα, από όπου μόνον χύνεται το φως κ.λ.π..[...]

Φαίνεται πάντως ότι η συνήθεια υφίστατο και προ της βυζαντινής εποχής, και ίσως είχε συνδυασθή η χαρά για την γέννησιν του Σωτήρος, η οποία προ του 4ου αιώνος επανηγυρίζετο την 1ην του έτους, με τας ελπίδας και τας ευχάς του νέου έτους, τας οποίας συνήθιζον οι Ρωμαίοι, και με τον τρόπον του εορτασμού, που ήτο αρχαίος ελληνικός.[...]"

Και μιας και αναφέραμε την αρχαία Ειρεσιώνη, ας κλείσω με το τραγούδι της που μας διασώζει ο Πλούταρχος ("Βίοι Παράλληλοι, Θησεύς 22"):

ειρεσιώνη-πλούταρχος.jpg

Δηλαδή (σε απόδοση Ανδρέου Πουρνάρα):

ειρεσιώνη-πλούταρχος2.jpg

(*Οι φωτογραφίες από τα βιβλία του Γ.Μέγα "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας" και του Δ.Λουκάτου "Χριστουγεννιάτικα και των εορτών")


Καλά και φωτεινά Χριστούγεννα, με υγεία κι αγάπη για όλους!


Λεμόνια στους λειμώνες..

Όταν ήμουν παιδί και μεγάλωνα στη μεγαλούπολη, έχοντας όμως το προνόμιο όλες τις σχολικές διακοπές μου να τις απολαμβάνω στο χωριό, στο σπιτάκι μας εδώ είχαμε δυο μεγάλες λεμονιές με τις ριζούλες τους στριμωγμένες σε κάτι τεραααάστιους -για τα παιδικά μου μάτια!- ντενεκέδες! Γιατί, όπως και να το κάνουμε, το βουνό των Κενταύρων δεν ενδείκνυται για την καλλιέργεια εσπεριδοειδών, ένεκα του βαρύ χειμώνα που τα τσουρουφλάει. Έτσι, μέσα στο βαρέλι, με το πετρόχτιστο ντουβάρι να τις προστατεύει από τη μια μεριά και το χοντρό καραβόπανο μανταλωμένο σπό ένα σιδερένιο κρίκο, να τις προφυλάσσει μέσα στην αγκάλη του, οι καημένες επιβίωναν τις δύσκολες μέρες του χιονιά και του παγετού...

Τούτες οι λεμονιές, στεκόντουσαν δεξιά κι αριστερά από τα στρογγυλά σκαλάκια που οδηγούσαν στη βαριά ξύλινη θύρα του μικρού σπιτιού. Η μια, που βρίσκονταν απ'τα δεξιά, φλερτάριζε με τα κληματόφυλλα της κρεβατιάς, η δεύτερη, πιο μοναχική, συνομιλούσε μοναχά με το νεράκι που έτρεχε έξω από τον παλιό νεροχύτη και κυλούσε γουργουριστά μες στο αυλακάκι που βρισκόταν κάτω από τα ριζωμένα πόδια της.

Πόση χαρά έκανα, σαν παιδί, αλλά και μεγαλύτερη, όποτε ερχόμαστε κι έβρισκα φυτρωμένα στα κλωναράκια τους, ζουμερά μοσχοβολιστά κατακίτρινα λεμόνια! Τα λεμόνια από τις λεμονιές μας! Κι ήταν, μάλιστα, διαφορετικά! Η αριστερή γεννοβολούσε πιο συχνά, αλλά της δεξιάς ήταν τροφαντά και μεγαλόσχημα! Μικρούλι πολύ, το καλοκαιράκι, στεκόμουν με το λάστιχο από πάνω τους και μετρούσα μέχρι το πενήντα.. Έστι μού'χε πει η μάνα μου, για να σιγουρευτεί πως θα τις αφήσω καλοποτισμένες! Μού'μεινε η συνήθεια και, πολλές, φορές, ακόμη και τώρα, μετρώ από μέσα μου, καθώς ποτίζω τα φυτευμένα μου σε μεγάλους ντενεκέδες!

Όταν πριν μερικά χρόνια, πέρασε ο πιο βαρύς χειμώνας που έχω νιώσει τουλάχιστον εγώ, σε τούτο το χωριό, οι λεμονιές δεν τα κατάφεραν. Την πρώτη χρονιά τη γλίτωσαν τραυματισμένες. Τη δεύτερη χρονιά, με τα ατελείωτα χιόνια που συνόδεψε ο δριμύς παγετός, μας εγκατέλειψαν! Η μια ξεράθηκε ολοσχερώς, η δεύτερη κατάφερε να πετάξει ένα κλωναράκι νερατζιάς, καθώς φαίνεται ήτανε μπολιασμένη, που ακόμη όμως δε μας έχει φιλέψει με τα πρώτα του φρούτα.

Ζήτησα, λοιπόν, κι εγώ από το γείτονα, που είχε πολλές κι έτσι αρκετές επιβίωσαν, έστω και ταλιπωρημένες, να μου πιάσει από τις δικές του με μόσχευμα. Κι έτσι βρέθηκα ξανά με δυο μικρούτσικες λεμονιές, σε δυο μικρά, κατακκόκινα ντενεκέδια. Φέτος τροφαντέψανε αρκετά, αρχίσανε να ψηλώνουν και τα μικρά κλαράκια τους έγειραν από τους βαριούς φωτεινούς καρπούς... Κι έτσι, βρέθηκα ξανά με λεμόνια από τους ντενεκέδες, με λεμόνια από τον κηπάκο μου!

λεμονιάμου2.jpg

Τί σημαίνει, όμως, λεμόνι;

Την ονομασία αυτή την πήραμε ως αντιδάνειο από το ιταλικό/λατινικό limone, το οποίο, όμως, προέρχεται από το ελληνικό λειμών(=λειβάδι), όπου λειμώνιος= ο ανήκων εις λειμώνα, λειβάδι. Ο "λειμών", πάλι, έλκει την καταγωγή του από το ρήμα λείβω=ρέω, στάζω, αλλά και εκχέω (εξ ου και λιβάδι, λίμνη, λιμήν). Κοινώς, το λεμόνι είναι ο καρπός πλήρης χυμού! (πηγή πληροφοριών: Άννα Τζιροπούλου-Ευσταθίου, "Ο εν τη λέξει λόγος" και "Έλλην Λόγος").

Αναφέρει το "Μέγα λεξικό όλης της ελληνικής γλώσσης" του Δημητράκου:

λεμονιά1.jpg

και το "Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης" (1839) του Ανθίμου Γαζή :

λειμών.jpg

λειμώνιον.jpg

Και πάμε παρακάτω, να δούμε και τη λέξη κίτρο, καθώς "Κιτρέα η λεμονέα" (Citrus limon) είναι και η επίσημη ονομασία του δέντρου, κίτρο το εσπεριδοειδές, παρεμφερές με το λεμόνι, citron στα γαλλικά το λεμόνι και κίτρινος, ο έχων το χρώμα του κίτρου...

κίτρον2.jpg

("Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης", Ανθίμου Γαζή)

citron.jpg

("Petit Larousse", Paris 1920)

Παρακάτω, ένα απόσπασμα από τους περίφημους "Δειπνοσοφιστάς" του Αθηναίου (2ος-3ος μ.Χ. αι.), σε απόδοση Σταύρου Αλεξιάδου (εκδόσεις Πάπυρος):

κίτρον1.jpg

λεμονιάμου1.jpg

Κι ας έρθουμε, λοιπόν, στις ιδιότητες του λεμονιού.. Και, πριν περάσω στο Μπαζαίο, θα αναφέρω την προσωπική μου εμπειρία. Γιατί από όταν δοκίμασα να πίνω σκέτο χυμό λεμονιού, όποτε ένιωθα το πρώτο γαργάλημα ιού στο λαιμό μου, τουλάχιστον γλίτωσα από τις εξοντωτικές κρίσεις βήχα που με παρέλυαν όποτε άρπαζα καμιά ίωση. Γιατί πυρετοί και λοιπά μπορεί να μη με πιάνουν, αλλά έτσι και μου κατσικωθεί καν'νάς ιός, βήχω μέχρι τελικής πτώσεως! Δεν τη γλιτώνω! (Ένεκα και φουγάρο, ένεκα και μιας ευαισθησίας στην περιοχή). Ε, προς το παρόν (μη λέω μεγάλα λόγια και με ματιάσω!) το στυμμένο λεμονάκι κάθε τόσο στο λαιμό μου (ξινό, ξεξινό το πίνω), μόλις δω τα πρώτα σημάδια γαργαλήματος, έχει αποβεί σωτήριο! Όχι με μέλια και νερωμένο και σχετικά.. αυτό στην περιπτωσή μου, δεν έκανε και πολλά πράγματα.. σκέτο, ξινό, να τσούζει!

Και περνάμε στο Μπαζαίο με τα βοτάνια του ("100 βότανα, 2000 θεραπείες" ο τίτλος):

"Λέγεται ότι η συμβουλή που έδινε στις ερωμένες του ο Καζανόβα, όταν εκείνες διαμαρτύρονταν για τον καρπό του έρωτά τους, ήταν να χρησιμοποιούν χυμό λεμονιού ως αντισυλληπτικό." (χμμ ναι, δεν κρατήθηκα να μην το βάλω κι αυτό το εισαγωγικό!) Ακόμη:

"Στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οι Σοβιετικοί έδιναν στους στρατιώτες τους που μάχονταν μες στα χιόνια λεμόνι σε σκόνη για δυναμωτικό." [...]

"Όπως όλα τα εσπεριδοειδή, τα λεμόνια περιέχουν φλαβονοειδή που βοηθούν τον οργανισμό να καταπολεμήσει τους ιούς και να εξαλείψει αλλεργικές αντιδράσεις, λιμονίνη και τερπένες, ουσίες που ελέγχουν την παραγωγή χοληστερίνης και βάζουν σε κίνηση μια αλυσιδωτή αντίδραση που μπλοκάρει ορισμένα καρκινογόνα. Έχει δειχτεί ότι αποτρέπει την ανάπτυξη καρκινικών όγκων στα ζώα".

Κι επειδή αν κάτσω να τα αντιγράψω εδώ όλα δε θα τελειώσω ούτε αύριο την εγγραφή, περιληπτικά αναφέρω:

Το λεμόνι είναι το αποτελεσματικότερο αντισκορβουτικό φάρμακο με μεγάλη αντιμολυσματική ικανότητα. Είναι θαυμάσιο αντιβακτηριακό, απολυμαντικό, στυπτικό και αντισηπτικό. Ακόμη είναι διουρητικό (συνιστάται σε οξείς ρευματισμούς), βοηθάει την πέψη, καθαρίζει και αλκαλοποιεί το αίμα, κατεβάζει το δείκτη του διαβήτη, διαλύει τις πέτρες των νεφρών (όταν προέρχονται από ουρικό οξύ), κατευνάζει το κεντρικό νευρικό σύστημα, εμποδίζει την αρτηριοσκλήρωση, τη θρόμβωση και τη συσσώρευση αλάτων στον οργανισμό, κατεβάζει τον πυρετό, κόβει τη δίψα, σταματάει την ευκοιλιότητα, σκοτώνει τα παράσιτα εντέρου, ανακουφίζει τις αιμορροϊδες(πλέονουμε με αφέψημα), κάνει καλό στον ίκτερο και, φυσικά, θεραπεύει κρυολογήματα, βήχα και πονόλαιμο.

Επιπλεόν προλαβαίνει τις δηλητηριάσεις, ιδιαίτερα από οστρακοειδή, και ενεργεί ως αντίδοτ, ενώ το αφέψημα των φύλλων λεμονιάς ανακουφίζει τους πόνους τις περιόδου.

Εξωτερικά, ο χυμός λεμονιού χρησιμοποιείται αποτελεσματικά σε εγκαύματα (από τον ήλιο), χιονίστρες, κάλους, ψωρίαση, πιτυρίδα και τριχόπτωση (στο ξέβγαλμα των μαλλιών), ρινορραγία, πονοκέφαλο (με τοπικές εντριβές), φακίδες (συχνά τις εξαλείφει αν τις τρίβουμε κάθε βράδυ με φέτες λεμονιού), ενώ καθαρίζει και λευκαίνει το δέρμα και κλείνει τους ανοιχτούς πόρους.

Τέλος, όπως αναφέρει ο Κώστας Μπαζαίος:"Είναι γαλακτοφόρο, πολύτιμο για τις λεχώνες που θέλουν να θηλάσουν το μωρό τους (και δεν επιτρέπουν στους μαιευτήρες να τους δώσουν το χαπάκι, που δήθεν κόβει τους υστερόπονους, ενώ στην πραγματικότητα υποδουλώνει όλες τις μητέρες στις πολυεθνικές εταιρείες που πουλάνε τα ειδικά γάλατα για βρέφη- τα οποία δεν είναι ό,τι καλύτερο για την υγεία του παιδιού)."

Αυτά για το πολύτιμο λεμονάκι που, ιδιαίτερα στις μέρες μας, που κυκλοφορούν και διάφορες γουρουνοϊώσεις και σχετικά περίεργα, νομίζω πως δεν πρέπει να παραβλέπουμε τα οφέλη του, τα χαρίσματα με τα οποία το προίκισε η Μάνα Φύση ώστε να μας προστατεύει με όση, τέλος πάντων, δύναμη διαθέτει...


28η Οκτωβρίου.. απ'τις αναμνήσεις μιας ελληνικής ψυχής..

28η Οκτωβρίου...

Μέρα τιμής για εκείνους που πολέμησαν για την Ελλάδα και την Ελευθερία...

σημαίαακρόπολις.jpg

Θα αναρτήσω και πάλι εδώ, τις αναμνήσεις μιας γιαγιάς από ένα χωριό που κατέθεσε στο χαρτί λίγα χρόνια πριν, με τα λίγα γράμματα που πρόλαβε να γράψει, αλλά με ολάκερη την ψυχή της. Όπως τα έζησε, όπως τα ένιωσε και με τη συγκίνηση που διαπότιζαν την καρδιά της τόσα χρόνια μετά οι ίδιες τις οι αναμνήσεις, η αγάπη της κι η περηφάνια της για τον τόπο τούτο που τη γέννησε...

"Είμαι 80 χρόνων. Η μέρα που ξημέρωσε είναι η 28η Οκτωβρίου. Οι καμπάνες που χτύπησαν με γύρισαν πίσω πριν 65 χρόνια, τότε που ήμουνα 15 χρονών.

Ήτανε ημέρα Δευτέρα, πρωί, όλοι είχαν ξεκινήσει για δουλειές. Ήταν εποχή που μαζεύαμε τα μήλα. Η μητέρα κι ο πατέρας ετοιμάζονταν για μήλα. Ξαφνικά άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες κάπως παράξενα. Όλοι τρέχανε στους δρόμους και ρωτούσαν τι έγινε. Τηλέφωνα δεν είχαμε, ράδια, τηλεόραση ' τρέχανε στην πλατεία. Η είδηση ήρθε στην αστυνομία. Σε λίγο φώναζαν όλοι "πόλεμος! πόλεμος!". Η Ιταλία είχε μπει μέσα στην Πίνδο. Ο Μεταξάς είπε ένα μεγάλο ΟΧΙ και έγινε επιστράτευση. Όλοι οι άνδρες γύρισαν στα σπίτια τους. Ετοιμάζονταν και τραβούσαν στο σταθμό, για το τραίνο. Άλλο μέσο δεν υπήρχε να φύγουν. Τα ανατολικά χωριά έρχονταν εδώ. Άλλη συγκοινωνία δεν είχε. Μανάδες με τα παιδιά τους, γυναίκες με τους άντρες τους, έρχονταν να τους ξεπροβοδίσουν, να τους αγκαλιάσουν, να τους ευχηθούν να γυρίσουν με το καλό και νικητές. Το τι γινόταν στο σταθμό δεν περιγράφεται. Μανάδες να κρατούν τα παιδιά τους αγκαλιά, να κλαίνε. Μια γυναίκα κρατούσε ένα μικρό από το χέρι και ήταν έτοιμη να γεννήσει το δεύτερο ' να έχει τον άντρα της αγκαλιά και να κλαίει. Οι άντρες στα παράθυρα του τραίνου να κουνούν τα μαντήλια και να τραγουδούν.[...] Κλάματα, φωνές τραγούδια, σου τρυπούσαν το μυαλό. Στα φορτηγά βαγόνια βάζαν τα καλύτερα άλογα και τραβούσαν για το μέτωπο χωρίς να ξέρουν κι αυτά τι τα περίμενε. Και όταν ξεκηνούσε το τραίνο αγκομαχώντας και σφυρίζοντας σου πάγωνε την ψυχή. Εγώ με την αδελφή μου, πιασμένες από το χέρι, κοιτάζαμε όλα αυτά παγωμένες, γιατί δεν ξέραμε τι θα πει πόλεμος. Τότε που είδαν τα μάτια μου την καταστροφή, το θάνατο, τη φρίκη, τον πόνο, το κλάμα, τότε ένιωσα μέσα μου τι θα πει πόλεμος.

Οι Ιταλοί είχαν μπει μέσα στο ελληνικό έδαφος. Έρχονταν με σκοπό ότι θα τους δεχτούμε, θα τους αφήναμε να περάσουν ' έτσι τους είχαν πει. Αλλά εδώ τα βρήκαν μαύρα. Οι φαντάροι, οι τσολιάδες, η αθάνατη ελληνική ψυχή, τους έμασε το κυνηγητό. Αυτοί δεν αντιστάθηκαν, φεύγανε όσο μπορούσαν, φωνάζοντας οι τσολιάδες "Αέρα". Οι γυναίκες βγήκαν στα βουνά και κουβαλούσαν τροφή και πολεμοφόδια, "οι Σουλιώτισσες" ξαναγεννήθηκαν στα βουνά της Πίνδου. Όταν τους βγάλανε από το ελληνικό έδαφος, τότε άρχισαν να αντιστέκονται, αλλά όχι και πολύ. Και κάθε μέρα χτυπούσαν οι καμπάνες, παίρναμε ένα χωριό ένα ύψωμα. Οι καμπάνες δε σταματούσαν να χτυπούν. Τρέχαμε στους δρόμους, φωνάζαμε, τραγουδούσαμε.

Μια μέρα στη γειτονιά ένας γέρος έκλαιγε, είχε παιδί στο μέτωπο. Του λέγω "Γιατί μπάρμπα-Γιωργάκη κλαις; Πήραμε την Κλεισούρα.", "Αχ! Μαριώ μου", λεει, "για να χτυπούν οι καμπάνες δεν ξέρεις πόσα παιδάκια πέσανε."

Κάθε ημέρα προχωρούσαμε. Όλος ο κόσμος μιλούσε για την Ελλάδα, θρίαμβος! Ένας Άγγλος, ο Ουϊνστον Τσώρτσιλ, είπε "οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες".

[...]

Κι αφού φτάσαμε στα Τίρανα και φωνάζαμε θα τους πετάξουμε στη θάλασσα, έγινε κάτι που ο κόσμος γύρισε πάνω κάτω. Μεγάλη καταστροφή, ξαναχτυπούσαν οι καμπάνες, οι Γερμανοί μπαίνανε στην Ελλάδα και μας χτυπούσαν πισώπλατα. Εμείς, μια χούφτα άνθρωποι, τί να κάνουμε; Τα εκατομμύρια των Ιταλών να πολεμούμε μπροστά ή τα διπλά των Γερμανών που χτυπούσαν πίσω μας; Ούτε στρατό είχαμεε, ούτε τα καταραμένα όπλα τους. Αναγκάστηκε ο στρατός να οπισθοχωρήσει, πληγωμένος, αλλά με το κεφάλι ψηλά, νικητές, όχι νικημένοι.

[...]

Οι φάλαγγες κατέβηκαν στην Αθήνα, μπήκαν μέσα, ανέβηκαν στην Ακρόπολη, κατέβασαν τη Σημαία μας, ύψωσαν τη δική τους. Ο κόσμος πάγωσε. Και άρχισε η καταστροφή. Πήραν στα χέρια τους τα πάντα και κυβερνούσε ο αγκυλωτός σταυρός.

[...]

Η πείνα θέριζε τους πάντες. Εδώ στα χωριά είχαμε λάδι, μαζεύαμε χόρτα και τρώγαμε. Ψωμί δεν είχαμε. Με ελιές και χόρτα περνούσαμε. Στον κάμπο είχανε ψωμί, δεν είχανε λάδι. Στις πόλεις δεν είχαν τίποτα. Στα πεζοδρόμια και στις πόρτες των σπιτιών έβλεπες σκελετωμένα κορμιά, Μετά άρχισε η μαύρη αγορά, είδος με είδος: μια οκά λάδι - μια οκά αλεύρι, μια οκά λάδι - μια οκά πατάτες, δράμα η κατάσταση. Στις πόλεις δίνανε κουστούμια, χρυσαφικά, για λίγο αλεύρι, λίγο καλαμπόκι. Από αρρώστιες είχε γεμίσει ο κόσμος, φάρμακα πουθενά, πεθαίνανε αβοήθητοι, όπως τα σκυλιά στους δρόμους.

Τότε άρχισε η Αντίσταση. Οι άνδρες που πολέμησαν και οπισθοχώρησαν δεν το άντεξαν αυτό, πήραν τα όπλα και βγήκαν στα βουνά. Όπου περνούσαν Γερμανοί βγαίναν και χτυπούσαν και αν σκότωναν Γερμανό, αυτοί μπαίνανε μέσα στο χωριό, μαζεύαν τους άνδρες, τους εκτελούσαν και το καίγανε. Παντού φωτιά, παντού αίμα. Ήρθαν και στο χωριό μας, βγήκαν έξω από το χωριό και τους χτύπησαν και σκότωσαν ένα αξιωματικό. Αυτοί μπήκαν, μάζεψαν όσους άντρες βρήκαν και τους εκτέλεσαν στο σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί τους θάψανε και κάνανε το μνημείο τους. Κάψανε και το χωριό μας. Μέσα στα σπίτια κάψανε τρία άτομα: μια γριούλα στη γειτονιά μας και μια μάνα με το γιο της. Το παιδί ήταν παράλυτο, η μάνα προσπαθούσε να το βγάλει, δε μπορούσε. Αγκάλιασε το παιδί της και κάηκαν μαζί. Τους βρήκαν καμένους αγκαλιασμένους. Τέτοιοι κακούργοι, αιμοβόροι, στην ψυχή τους δεν υπήρχε ίχνος ανθρωπιάς, βάρβαρος λαός.

[...]

Ώσπου έφτασε η ευλογημένη ώρα που οι Γερμανοί θα φεύγαν από τη χώρα μας. Άρχισαν σιγά σιγά να ξεπαστρεύουν τον τόπο μας από τα καταραμένα όπλα τους και να φεύγουν. Φεύγοντας κάναν όσες ζημιές μπορούσαν. Αφού ξεκρέμασαν τη σημαία τους από την Ακρόπολη, υψώσαμε τη δική μας. Τότε, αυτό που έγινε δε μπορεί να το διηγηθεί κανένας. Όλοι με τις Σημαίες στα χέρια τρέχανε στους δρόμους φωνάζοντας, τραγουδώντας. Όλοι βγάλαμε τις Σημαίεες στα παράθυρα. Τρέχω κι εγώ, βγάζω τη Σημαία από το μπαούλο, την παίρνω και τρέχω στο παράθυρο. Το ανοίγω, ο αέρας που φυσούσε μοσχοβολούσε Λευτεριά.Την ύψωσα όσο πιο ψηλά μπορούσα και τραγουδούσα κλαίγοντας: "Σε γνωρίζω από την κόψη...". Η γερμανική μπότα έπαψε να πατά τα άγια χώματά μας, η γη μας ανάσανε και άρχισε να φυτρώνει το καταπράσινο χορταράκι, αγνό και μοσχοβολούσε. Τα πάντα χαμογελούσαν, όλος ο κόσμος μοσχοβολούσε Λευτεριά. Οι αδικοχαμένες αθάνατες ψυχούλες που πέσανε στα δύσκολα αυτά χρόνια πλανιόνταν αθόρυβα ανάμεσά μας και γιόρταζαν και αυτές μαζί μας. Στιγμές αξέχαστες ' ελευθεροι, αγκαλιασμένοι, τρέχαμε στους δρόμους τραγουδώντας. Περασμένα που δεν ξεχνιούνται ποτέ, στιγμές φρίκης, στιγμές χαράς."

(Μαρία Γιαννιού, "Αναμνήσεις και εικόνες μιας ζωής")

σημαία.jpg

Νυχτερινές μελωδίες στον Παλιό Σταθμό..

συναυλία2.jpg

Σαββατόβραδο.. στον ειδυλλιακή τοποθεσία του Παλιού Σταθμού, συντροφιά με το τραινάκι, κάτω από τις αγκάλες των αιωνόβιων πλατανιών, δίπλα από τους καταρράκτες της ρεματιάς που γουργουρίζουν ορμητικά κατεβάζοντας το κρυσταλλένιο νερό απ'το βουνό..  εκεί.. σε μια φιλόξενη γωνιά του φημισμένου όρους των Κενταύρων.. εκεί.. που καμιά φορά αν ξεχαστείς, περπατώντας μονάχος στη σιγαλιά, μπορεί και ν'αφουγκραστείς τον καλπασμό του Χείρωνα..(βλ.: Κένταυρος Χείρωνας) επέλεξε η Τάνια Τσανακλίδου, παρέα με τη Μάρθα Φριτζήλα, να μας χαρίσουν μια μαγική, αξέχαστη μελωδική βραδιά..

συναυλία3.jpg

Ήταν οι μέρες δύσκολες.. και δυστυχώς εξακολουθούν νά'ναι..ο τόπος μας, η Ελλάδα μας, για άλλη μια φορά καιγόταν..και δυστυχώς εξακολουθεί να καίγεται.. η καταστροφή κι ο πόνος στοιχειώνουν την καρδιά.. για αυτό και δεν είχα τη διάθεση να ετοιμάσω τούτη την εγγραφή κοντά μια βδομάδα τώρα.. αλλά δε μπορούσα να μην το μοιραστώ.. Έχουμε τόσες απίστευτες ομορφιές στη χώρα μας.. εκεί που η φύση ζωγραφίζει ελεύθερη με τις ατίθασες πινελιές της, εκεί που ο άνθρωπος διακριτικά προσθέτει τις δικές του με σεβασμό.. τόσες απίστευτες ομορφιές που κινδυνεύουν.. σε λίγα μονάχα λεπτά να μεταβληθούν σε πυρανάλωμα.. σε εικόνες κολάσεως που καταβροχθίζουν την ίδια τη ζωή.. κι είναι η μόνη μας περιουσία.. η περιουσία εκείνη που πρέπει να φροντίσουμε να αφήσουμε και στα παιδιά μας.. Μια τέτοια ομορφιά είναι κι ο χώρος του Παλιού Σταθμού.. ένας χώρος που κατέχει μια ξεχωριστή θέση στις παιδικές μου αναμνήσεις.. εκείνα τα χρόνια που μικρά πιτσιρίκια τρέχαμε ελεύθερα και σκαρφαλώναμε στα βράχια της ρεματιάς, χωρίς κανείς να μας εμποδίζει μήπως και γκρεμοτσακιστούμε, τότε που οργανώναμε "πικ-νικ" δίπλα στην πηγή με το κρυστάλλινο νερό ή και στις μεγάλες πέτρες ανάμεσα στις μικρές λιμνούλες του καταρράκτη, τότε που το παιχνίδι μας ήταν στις ράγες του παλιού Μουτζούρη, πριν ακόμη επαναλειτουργήσει το τραινάκι που σήμερα προσφέρει στους επισκέπτες μια αξέχαστη διαδρομή..

συναυλία4.jpg

Ένας χώρος που εύχομαι ολόψυχα να σωθεί, από κάθε λαίλαπα που ισοπεδώνει στο διάβα της τις ομορφιές μας και τη ζωή.. να σωθεί, να μπορούν να τον απολαμβάνουν, αλλά και να τον σέβονται όλες οι επόμενες γενιές..

συναυλία5.jpg

Το τραινάκι συμμετείχε κι αυτό ενεργά, κάνοντας ένα ξεχωριστό νυχτερινό δρομολόγιο, συντροφιά μας στις βραδινές νότες και στα τραγούδια, αποχωρώντας αργά το ξημερώματα και προσφέροντας μια ιδιαίτερη συγκίνηση, ειδικά σ'εκείνους τους μεγαλύτερους, που θυμούνται με νοσταλγία τα παλιά του δρομολόγια, τότε που αποτελούσε το βασικό - ακόμη και μοναδικό, πέρα από τα ζώα που χρησιμοποιούσαν- μεταφορικό μέσο για τους κατοίκους των χωριών του ανατολικού Πηλίου. (βλ.: Το τραινάκι του Πηλίου σ'ένα ταξίδι στο χρόνο..)

συναυλία6.jpg

Η συναυλία εκπληκτική.. ίσως η ωραιότερη που ποτέ έχω ζήσει.. Η αγαπημένη μας συντοπίτισσα Τάνια Τσανακλίδου ιδιαίτερα συγκινημένη που τραγουδούσε σ'αυτόν τον τόπο που λατρεύει, ξεπέρασε τον ίδιο της τον εαυτό.. Η Μάρθα Φριτζίλα ισάξια τη συνόδευσε.. και έκλπηξη της βραδιάς, ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας που παρεβρισκόταν εκεί και μας χάρισε κάποια από τα τραγούδια του..

συναυλία1.jpg

Ο κόσμος, φυσικά, μαγεμένος..

Άντε, να σας χαρίσω κι ένα τραγούδι απ'τη βραδιά...


Και για να μην ξεχνιόμαστε.. σήμερα.. Ένα "καλό ταξίδι" στο παλικάρι που χάθηκε τόσο άδικα.. στον ηρωικό πιλότο που βρήκε το θάνατο προσπαθώντας να προστατεύσει τη ζωή που κάποιοι άλλοι, με καρβουνιασμένη ψυχή, δυστυχώς είχαν βάλει στο μάτι.. και κάποιοι άλλοι, με άδεια ψυχή, δε φρόντισαν, έστω, να τους δυσκολέψουν σ'αυτό το φρικιαστικό έργο τους...


Ο γερο-Πλάτανος..

πλάτανος1.jpg

Όταν ήμουν πολύ-πολύ πιτσιρίκα, μεγαλώνοντας μεν στην Αθήνα, αλλά όλες μου τις διακοπές και τα καλοκαίρια ξαμολυμένη στο χωριό στο Πήλιο, είχα πλάσει μια εικόνα για την επαρχία και την εξοχή μέσα από τα δικά μου παιδικά μάτια.. Δε μπορούσα, λοιπόν, να διανοηθώ, ότι υπάρχει χωριό χωρίς πλατεία -μια πλατεία ευρύχωρη για να κυνηγιόμαστε τα παιδιά, πλαισιωμένη από τσιπουράδικα για να απολαμβάνουν οι μεγάλοι- και πλατεία χωρίς πλάτανο στο κέντρο της! Ο πλάτανος, λοιπόν, ήταν το σήμα κατατεθέν! Γιατί πως αλλιώς θά'χαμε δροσιά, ντάλα καλοκαίρι, να τσιμπολογάμε στο καταμεσήμερο πικάντικα μεζεδάκια; Πού θα στηνόταν ο κυκλικός χορός στο πανηγύρι της Αγια-Παρασκευής, αν όχι γύρω από το γέρικο και σκληροτράχηλο κορμί του; Πού θα βλέπαμε τις ανακοινώσεις του χωριού, αν όχι καρφιτσωμένες στις γερές πλάτες του; Πού θα συναντιόμαστε και πού θα ξαποσταίναμε από το τρεχαλητό, αν όχι στο παλιό πράσινο παγκάκι που τον κύκλωνε; Από που θα ξεκινούσε το κρυφτό, πού αλλού θα στεκόταν να μετρήσει εκείνος που τα "φυλάει"; Πού θα χορταίναμε τη δίψα μας, αν όχι στη βρυσούλα πλάι του, με το παγωμένο νερό που κατηφόριζε απ'το βουνό και δρόσιζε τα αιωνόβια ποδαράκια του; Ο πλάτανος, επομένως, ήτανε αναπόσπαστο κομμάτι της πλατείας του χωριού, ένα και το αυτό να το πούμε, κι ένα αναπόσπαστο κομμάτι του μικρόκοσμου των παιδικών μας χρόνων...

στοιχιωμέναπλατάνια- .jpg

Εκείνος, λοιπόν, ο γερο-πλάτανος, των παιδικών μου χρόνων, πάει και τελείωσε.. Δεν είναι πολλά χρόνια, καθώς ψιλοαρρώστησε, ο δήμαρχος -ελαφρά τη καρδία- αποφάσισε να τον καρατομήσει! Εμένα φυσικά, κανείς δε μου το βγάζει από το νου, ότι ο πλάτανος μπορούσε να σωθεί.. με λίγη φροντίδα.. με ένα κλάδεμα του κλαριού που πήγαινε να ξεραθεί.. με λίγο παραπάνω νοιάξιμο τέλος πάντων.. να του δοθεί μια ευκαιρία!.. Ο πλάτανος, λοιπόν, κόπηκε.. το περιμμετρικό παγκάκι ξυλώθηκε κι η παλιά μαρμάρινη βρυσούλα απέμεινε μονάχη δίπλα στο χοντρό κούτσουρο.. Φαίνεται η μελαγχολική παρουσία της κι η κραυγαλέα μοναξιά της ενόχλησε τους "αρμοδίους", έτσι την ξεπαστρέψανε κι αυτή και χτίσαν μια καινούρια σε μιαν άκρη, να στέκει έτσι βουβή, να μη βγάζει μάτι, να μη σε καλεί να δροσιστείς, να μη σε πείθει για το γάργαρο νερό της, να τρέχει ο κόσμος να αγοράζει τα εμφιαλωμένα από τα περίπτερα.. ναι εδώ, στο βουνό των Κενταύρων και των πλατανιών, παρέα με τα πλαστικά βιομηχανοποιημένα μπουκάλια...Στη θέση του γερο-πλάτανου μπήκανε κι άλλα τραπεζάκια απ'τις ταβέρνες, κι άλλες καρέκλες, κι άλλα τραπεζομάντηλα, να εξυπηρετήσουν τους τουρίστες της "φουλ σεζόν".. Ο χώρος για να παίξουν τα παιδιά στένεψε.. μπλέκονται στα πόδια των σερβιτόρων.. αλλά έτσι κι αλλιώς, πόσα παιδιά σήμερα παίζουν; Τα περισσότερα κάθονται στην ταβέρνα και ασχολούνται με τα "games" στο κινητό! Έτσι δεν έχουν και φόβο να γδάρουν τα γόνατά τους ή να λερώσουν με χώματα τη μπλούζα τους.. μοναχά το μυαλό κι η ψυχή τους κινδυνεύει, αλλά ποιός νοιάζεται για αυτά!

Άντε, να μην τα περιγράφω και τόσο τραγικά.. Ευτυχώς, ο διπλανός πλάτανος στη μια άκρη της πλατείας, εκείνος που τότε είχε ένα λυγερό κορμάκι και δειλά ξεπρόβαλλε τα τρυφερά κλαρούδια του, άρχισε να απλώνει, να θεριεύει και να μας αγκαλιάζει προστατευτικά με το φύλλωμά του! Κι έτσι δεν έμεινε η πλατεία χωρίς πλάτανο.. ούτε εγώ χωρίς τις αγκάλες του για να γευτώ το πατροπαράδοτο τσιπουράκι.. Κι όσο νά'ναι, κάποια παιδάκια τριγυρνούν ακόμη κάτω από την σκιά του... Μπορεί να τον θυμούνται κι αυτά όταν μεγαλώσουν.. σαν τον πλάτανο των παιδικών τους χρόνων.. Άσε που ο καημένος, ανέλαβε ως νέος πληροφοριοδότης, να δέχεται υπομονετικά τα τσιμπίματα της πινέζας και των συραπτικών για να φιλοξενεί στο κορμί του τα ενημερωτικά φυλλάδια για τις εκδηλώσεις! Όπως φαίνεται, κάποια πράγματα δυσκολεύονται περισσότερο ν'αλλάξουν..

πλάτανος2.jpg

Ο πλάτανος ή, μάλλον, η πλάτανος κατά τους αρχαιότερους, πήρε την ονομασία της "εκ του πλατύς, δια τα πλατέα αυτής φύλλα" (Liddell-Scott, "Μέγα λεξικόν της ελληνικής γλώσσης") κι ίσως ακόμη για το φουντωτό και "πλατύ" φύλλωμά του που μας χαρίζει μεγάλη σε έκταση σκιά... Τούτη τη σκιά που προστάτευε και δρόσιζε από αρχαιοτάτων χρόνων το λαό μας.. Τούτη την πλάτανο που κάποτε στόλιζε και τη σημερινή τσιμεντένια πρωτεύουσά μας...  

πλάτανος-φαίδρος.jpg

(Πλάτωνα, "Φαίδρος", απόδοση Ν.Αχειμάστου)

".. Θα χαίρεσαι τα καλοκαίρια, όταν σιγά στον άνεμο θροούνε αντικρυστά στου πλάτανου και της φτελιάς οι κλώνοι.." λέει κι ο Αριστοφάνης στις "Νεφέλες" (η απόδοση του Κώστα Βάρναλη).

Όπως αναφέρει και το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου":

"Σημαντικήν θέσιν εις την Ελληνικήν Μυθολογίαν, αλλά και εις την ιστορίαν της αρχαιότητος, κατέχει η πλάτανος. Υπό την πλάτανον ανεπαύετο η ωραία Ελένη, πλάτανον εφύτευσεν ο Μενέλαος εις Καρύας, την "Μενελαϊδα", υπό τον πλάτανον των Δελφών παρώτρυνε η Λητώ τα τέκνα της, Απόλλωνα και Άρτεμιν εις την εξόντωσιν του Πυθώνος, υπό τον πλάτανον της Αυλίδος εθυσίασεν ο Αγαμέμνων, πληροφορηθείς την νίκην και το τέλος του Τρωικού πολέμου. Ιστορική είναι η πλάτανος του Ασκληπιού εις Κω, η πλάτανος της Δαμασκού, ιερόν δένδρον των Μωαμεθανών, η πλάτανος του Αλή πασά εις την αγοράν των Ιωαννίνων και η πλάτανος της Άρτας, από των κλάδων των οποίων απηγχονίσθησαν εκατοντάδες Ελλήνων, η πλάτανος του Αιγίου, τας κουφάλας της οποίας εχρησιμοποίει ο Ανδρ.Λόντος ως πειθαρχείον, αι πλάτανοι των Κομποτάδων της Λαμίας, υπό την σκιάν των οποίων συνεσκέφθησαν δια την άμυναν κατά της επιδρομής του Δράμαλη οι Αθ.Διάκος, Πανουργιάς, Δυοβουνιώτης και ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαϊας, ο γερο-πλάτανος του Ναυπλίου, υπό τον οποίον ο Καποδίστριας εδέχετο τους προύχοντας κατά την ημέραν του Πάσχα, η αιωνόβιος πλάτανος της μονής της Αγίας Λαύρας των Καλαβρύτων όπου εδόθη ο όρκος των αποφασισμένων δια την ελευθερίαν ή τον θάνατον υπόδουλων Ελλήνων και πλείσται άλλαι."πλάτανοςμενελάου.jpg

("Ωγυγία", Αθανασίου Σταγειρίτη)

Φυσικά, ο μεγαλειώδης κι εντυπωσιακός πλάτανος, δε θα μπορούσε να μείνει έξω από την παροιμιολογία του λαού μας:

"Χαιρέτα μας τον πλάτανο (και τον καπιτά Αναστάση)", (ως επιφώνημα προδήλου ή προβλεπομένης αποτυχίας άλλου) / "ήσκιο πού'χεις πλάτανε, μα πείνα που δεν χορταίνεις" (ευάρεστος ή εν ανέσει αδράνεια, αλλά προτεινομένη επάγεται πτωχείαν) / "μέγας είσαι πλάτανε και θαυμαστά τα πλατανόφυλλά σου" (ειρωνική έκφρασις επί λόγων ή πράξεων αξιογέλαστων, ως παρωδία της φρ. "Μέγας είσαι Κύριε...")

(Δημητράκου, "Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης")


σαν νά'χε σκαλώσει στο λαιμό του κανένα στυφό μέσπιλο..

Μέσπιλον ή Μούσμουλο...

μούσμουλα1.jpg

Όταν ήμουν παιδί κι ερχόμουν στο Πήλιο μοναχά για διακοπές, στο απέναντι -τότε εγκαταλελειμένο- κτήμα δέσποζε μια θεόρατη - τουλάχιστον για τα μάτια μου- μουσμουλιά! Η εικόνα της μού'χει μείνει.. Ογκώδης, αγέρωχη με φύλλωμα πυκνό, και τα μουσμουλάκια να τη χρωματίζουν με τις πορτοκαλιές τους ανταύγειες κάπου εκεί ψηλά.. δύσκολα να τα φτάσεις...

Εγώ μεγάλωσα, η μουσμουλιά γέρασε και αρρώστησε..

Υπάρχουν, όμως, κι άλλες μουσμουλιές στο χωριό, και τούτες τις μέρες μας προσφέρουν απλόχερα τον ιδιαίτερο καρπό τους, που, ίσως να μην είναι και τόσο δημοφιλής κι ίσως να παραείναι κι ευαίσθητος ώστε να καταστεί αρκετά εμπορεύσιμος, είναι όμως αγνός, φρέσκος και ζουμερός, έτοιμος να μας δροσίζει και να μας γλυκάνει τις τελευταίες μέρες της άνοιξης και τις πρώτες του καλοκαιριού..

Πλούσιος σε βιταμίνες (Α, C) και σε ασβέστιο, φώσφορο και κάλιο, πλούσιος σε ίνες, καταπολεμά τις εντερικές διαταραχές, αλλά και τις διαταραχές του νευρικού συστήματος.

μούσμουλα2.jpg

Μούσμουλον, από το μεσαιωνικό μούσπουλον και τούτο από το μέσπουλον που ανάγεται στο αρχαιοελληνικό μέσπιλον...

Αναφέρει το "Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, Liddell-Scott":

μεσπίλη: "μεσπιλιά", "μουσμουλιά", Θεοφρ.π. Φυτ.Ιστ. 3.15,6

και

μέσπιλον: το, το δέντρον και ο καρπός της μεσπίλης, Αρχίλ.169, Άμφις εν Αδήλ.6, Διοσκ.1.169.

 

Τούτο το "μέσπιλον" αναφέρει και ο Γεώργιος Βιζυηνός στο διήγημά του, "Το μόνον της ζωής του ταξίδιον"... κι όσο και να μην έχει σχέση με το φρούτο το συγκεκριμένο απόσπασμα, παρά μονάχα αναφέρεται σε μια πρόταση μεταφορικά ("..του φαινόταν, πως έχει σκαλώσει στο λαιμό του κανένα στυφό μέσπιλο.."), αφορμή παίρνω για να το αναρτήσω εδώ.. Η πένα του Βιζυηνού πάντα μοναδική κι ιδιαίτερη, το διήγημα αυτό ένα από τα ωραιότερα της λογοτεχνίας μας.. ενώ το απόσπασμα τούτο ταξιδεύει την ψυχή σ'άλλες εποχές... δύσκολες, αλλά πιο αγνές.. ποτισμένες μ'αρώματα παραμυθιών κι ελπίδας..  τότε που ακόμη τα παιδιά τα φρούτα τα τρώγανε μόλις χρυσίζανε στις φυλλωσιές, παίζοντας και σκαρφαλώνοντας στα δέντρα...

Γ.Β.1jpg.jpg

Γ.Β.2jpg.jpg


Το τραινάκι του Πηλίου σ'ένα ταξίδι στο χρόνο..

σταθμός.jpg

Το τραινάκι του Πηλίου, ο παλιός Μουντζούρης, που σήμερα, καθώς έχει επαναλειτουργήσει τα τελευταία χρόνια, τα Σαββατοκύριακα των καλοκαιρινών μηνών (συνήθως τα δρομολόγια ξεκινούν μετά το Πάσχα) προσφέρει στους επισκέπτες του βουνού των Κενταύρων την πανέμορφη εμπειρία της διαδρομής Λεχωνίων-Μηλεών, κάποτε, στις αρχές του περασμένου αιώνα, αποτελούσε το μοναδικό μεταφορικό μέσο που ένωνε τα χωριά του ανατολικού Πηλίου με την πρωτεύουσα του νομού. Κι αν αφεθούμε στις αναμνήσεις της γιαγιάς-Μαρίας, που ευτυχώς φρόντισε να μας τις αφήσει καταγεγραμμένες σαν πολύτιμο, παλιό φυλαχτό, νομίζω πως τούτο το τραινάκι μπορεί να μας χαρίσει ένα μοναδικό ταξίδι σε μιαν άλλη εποχή...:

δρομολόγια.jpg

"Ένα γνωστό και αγαπημένο σφύριγμα ακούγεται' το τραινάκι μας, ύστερα από πολλά χρόνια, ξαναγύρισε στο χωριό μας. Πόσες αξέχαστες στιγμές, πόσες αναμνήσεις ξαναγύρισαν στο μυαλό μου. Ξαναθυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια, ξανάζησα τις καλές και τις κακές στιγμές που έζησα. Αυτό ήταν το μόνο μέσο συγκοινωνίας που εξυπηρετούσε όλο το Ανατολικό Πήλιο' ο μουντζούρης, ο καρβούνης, έτσι τον λέγαμε.

τραινάκι1.jpg

Με πόση χαρά περιμέναμε όλα τα παιδιά να μας πάρουν οι γονείς μας, να μας πάνε στο Βόλο. Σε όλη τη διαδρομή να είμαστε στα παράθυρα και να μη χορταίνουμε να κοιτάζουμε έξω και με κομμένη την ανάσα να περνάμε τη σιδερένια γέφυρα. Πιο πέρα προχωρώντας προς τη Γατζέα υπάρχει ένα τούνελ που περνάει μέσα το τραίνο. Περνώντας μέσα, η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Κρατούσα τη Μητέρα μου από το χέρι και αυτή γελούσε. "Μητέρα αργούμε;". "Μη φοβάσαι, μου έλεγε, πλησιάζουμε" και όταν έβλεπα να διαλύεται το σκοτάδι και να βγαίνουμε στο φως πηδούσα από τη χαρά μου και φώναζα. Όλα αυτά στο παιδικό μου μυαλό ήταν ωραία, ήταν φανταστικά και θα μου μείνουν αξέχαστα. Για μας τα παιδιά ήταν Ό,τι ωραιότερο περιμέναμε. Όταν θα πήγαινα στο Βόλο, όλη τη νύχτα έμενα άγρυπνη, ώσπου να φέξει για να βρεθώ στο σταθμό. Ας ξαναγύριζαν εκείνα τα χρόνια.

Με πόση χαρά χαρά περιμέναμε έναν δικό μας άνθρωπο να έρθει από το Βόλο, να μας φέρει ένα δωράκι, ένα σακουλάκι καραμέλες, που τόσο λαχταρούσαμε εκείνα τα χρόνια, που τις βλέπαμε στα μάτια μας μια φορά το χρόνο. Τρέχαμε στο Σταθμό να περιμένουμε το μουντζούρη, να μας φέρει τα δωράκια μας' με χιόνια, με βροχές δε σταματούσε ποτέ.

τραινάκι3.jpg

Όλα τα ανατολικά χωριά του Πηλίου για να πάνε στο Βόλο έπρεπε να έρθουν στις Μηλιές. Έπαιρναν τα ζώα του (άλογα, γαϊδουράκια), φόρτωναν τα δισάκια τους και έρχονταν στο σταθμό. Εκεί υπήρχε ξενοδοχείο φαγητού και ύπνου και ένας μεγάλος στάβλος το λεγόμενο χάνι. Βάζαν τα ζώα τους μέσα, παίρναν τα δισάκια τους και τραβούσαν για το Βόλο. Όταν γύριζαν, φόρτωναν τα πράγματά τους στα ζώα τους και επέστρεφαν στα χωριά τους, μέσα στο κρύο στα χιόνια. Άλλος τρόπος δεν υπήρχε να εξυπηρετηθούν.

Μα το 1932 έχασαν τη ζωή τους τρία άτομα. Ήταν Απρίλης και εβδομάδα των Βαϊων. Ο καιρός ήταν κακός. Αυτά τα άτομα δεν υπολόγισαν καλά τον καιρό, φόρτωσαν τα ζώα τους και ξεκίνησαν για τα πίσω χωριά. Είχε αρχίσει να χιονίζει. Βγαίνοντας απ'το χωριό μας τους έπιασε μια μεγάλη χιονοθύελλα. Δε μπόρεσαν να αντέξουν, τους σκέπασε το χιόνι στη θέση Κακό Ρέμα' εκεί άφησαν την τελευταία τους πνοή. Τους θάψαμε τη Μεγάλη Δευτέρα. Αυτό δεν το ξεχνώ, γιατί τότε παπάς του χωριού μας ήταν ο παππούς μου, ο παπα-Δουζένης. Ήταν γέρος και άρρωστος και δεν του επέτρεπαν να πάει στην κηδεία, μέσα στα χιόνια. Δεν άκουσε κανένα. "Εγώ, είπε, θα κάνω το χρέος μου κι ας πεθάνω". Πήγε στον τόπο που ξεψύχησαν να τους διαβάσει και τους συνόδεψε ως τον τάφο. Γυρίζοντας στο σπίτι έπεσε με υψηλό πυρετό. Σε τρεις ημέρες πέθανε' τον θάψαμε τη Μεγάλη Παρασκευή.

Ήρθε το '40, το μεγάλο ΟΧΙ. Ο πόλεμος στην Αλβανία, εκείνο δε θα το ξεχάσω. Όλη την ημέρα την περνούσαμε στο σταθμό. Το τραίνο αγκομαχώντας και σφυρίζοντας πηγαινοερχόταν μεταφέροντας τα φανταράκια μας στο μέτωπο από το Πήλιο. Ήταν στιγμές που δεν ξεχνιούνται. Φωνές, κλάματα και τραγούδια. Μανάδες να αγκαλιάζουν τα παιδιά τους και να κλαίνε. Γυναίκες κρατώντας τα μωρά στην αγκαλιά τους να αποχαιρετούν τους άντρες τους, να κουνούν τα μαντήλια και να φωνάζουν "Στο καλό και η Παναγιά μαζί σας". "Και με τη Νίκη". Οι νέοι στα παράθυρα να κουνούν τα μαντήλια τους και να τραγουδούν στις κοπέλες. "Έχετε γεια βρυσούλες κι εσείς Μηλιωτοπούλες..." και όταν ξεκινούσε το τραίνο, εκείνο το σφύριγμα σου έσφιγγε και σου πάγωνε την καρδιά. Τα κλάματα, οι φωνές και τα σφυρίγματα δεν έχουν σβήσει ακόμα από τα αυτιά μου. Στα φορτηγά βαγόνια βάζανε τα καλύτερα άλογα και τα τραβούσαν για το μέτωπο.

τραινάκι2.jpg

Τί να πρωτοθυμηθείς αγαπημένο μου τραινάκι! Τώρα έχουν άλλα μέσα να εξυπηρετηθούν, κούρσες, μεγάλα αυτοκίνητα και εσένα που τόσο μας εξυπηρέτησες σε έχουν ξεχάσει, σε έχουν παραμερίσει. Εσύ όμως σφύριζε όσο μπορείς, μη σταματάς, για μας τους γέρους που ζήσαμε μαζί και δε σε ξεχνάμε να σφυρίζεις μουντζούρη, να ξυπνάν μέσα μας όλες οι καλές και οι κακές στιγμές που ζήσαμε μαζί, καρβούνη μας.

Λένε οι παππούδες, όταν πρωτοήρθε το τραίνο στο χωριό, είχαν μαζευτεί όλοι και το περιμένανε να το δουν. Όταν το αντίκρισαν, όλοι κάναν το σταυρό τους "Δεν είναι καλό, Θεού έργο" λέγανε "είναι δαιμονικό" είχαν σαστίσει να βλέπουν να περπατάει στο δρόμο και να σφυρίζει, να φυσάει σαν δράκος "Θα μας χάσει ο Θεός" λέγανε."

(Μαρία Γιαννιού, "Αναμνήσεις και εικόνες μιας ζωής")

(*** Οι τρεις παλιές φωτογραφίες είναι από το βιβλίο της Ελένης-Φαίης Σταμάτη, "Μηλιές, κώμη του Πηλίου όρους")


28η Οκτωβρίου: μέσα απ'τα μάτια μιας γιαγιάς..

σημαία.jpg

"Είμαι 80 χρόνων. Η μέρα που ξημέρωσε είναι η 28η Οκτωβρίου. Οι καμπάνες που χτύπησαν με γύρισαν πίσω πριν 65 χρόνια, τότε που ήμουνα 15 χρονών.

Ήτανε ημέρα Δευτέρα, πρωί, όλοι είχαν ξεκινήσει για δουλειές. Ήταν εποχή που μαζεύαμε τα μήλα. Η μητέρα κι ο πατέρας ετοιμάζονταν για μήλα. Ξαφνικά άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες κάπως παράξενα. Όλοι τρέχανε στους δρόμους και ρωτούσαν τι έγινε. Τηλέφωνα δεν είχαμε, ράδια, τηλεόραση ' τρέχανε στην πλατεία. Η είδηση ήρθε στην αστυνομία. Σε λίγο φώναζαν όλοι "πόλεμος! πόλεμος!". Η Ιταλία είχε μπει μέσα στην Πίνδο. Ο Μεταξάς είπε ένα μεγάλο ΟΧΙ και έγινε επιστράτευση. Όλοι οι άνδρες γύρισαν στα σπίτια τους. Ετοιμάζονταν και τραβούσαν στο σταθμό, για το τραίνο. Άλλο μέσο δεν υπήρχε να φύγουν. Τα ανατολικά χωριά έρχονταν εδώ. Άλλη συγκοινωνία δεν είχε. Μανάδες με τα παιδιά τους, γυναίκες με τους άντρες τους, έρχονταν να τους ξεπροβοδίσουν, να τους αγκαλιάσουν, να τους ευχηθούν να γυρίσουν με το καλό και νικητές. Το τι γινόταν στο σταθμό δεν περιγράφεται. Μανάδες να κρατούν τα παιδιά τους αγκαλιά, να κλαίνε. Μι αγυναίκα κρατούσε ένα μικρό από το χέρι και ήταν έτοιμη να γεννήσει το δεύτερο ' να έχει τον άντρα της αγκαλιά και να κλαίει. Οι άντρες στα παράθυρα του τραίνου να κουνούν τα μαντήλια και να τραγουδούν.[...] Κλάματα, φωνές τραγούδια, σου τρυπούσαν το μυαλό. Στα φορτηγά βαγόνια βάζαν τα καλύτερα άλογα και τραβούσαν για το μέτωπο χωρίς να ξέρουν κι αυτά τι τα περίμενε. Και όταν ξεκηνούσε το τραίνο αγκομαχώντας και σφυρίζοντας σου πάγωνε την ψυχή. Εγώ με την αδελφή μου, πιασμένες από το χέρι, κοιτάζαμε όλα αυτά παγωμένες, γιατί δεν ξέραμε τι θα πει πόλεμος. Τότε που είδαν τα μάτια μου την καταστροφή, το θάνατο, τη φρίκη, τον πόνο, το κλάμα, τότε ένιωσα μέσα μου τι θα πει πόλεμος.

alexandrakis_aera_big.jpg

Οι Ιταλοί είχαν μπει μέσα στο ελληνικό έδαφος. Έρχονταν με σκοπό ότι θα τους δεχτούμε, θα τους αφήναμε να περάσουν ' έτσι τους είχαν πει. Αλλά εδώ τα βρήκαν μαύρα. Οι φαντάροι, οι τσολιάδες, η αθάνατη ελληνική ψυχή, τους έμασε το κυνηγητό. Αυτοί δεν αντιστάθηκαν, φεύγανε όσο μπορούσαν, φωνάζοντας οι τσολιάδες "Αέρα". Οι γυναίκες βγήκαν στα βουνά και κουβαλούσαν τροφή και πολεμοφόδια, "οι Σουλιώτισσες" ξαναγεννήθηκαν στα βουνά της Πίνδου. Όταν τους βγάλανε από το ελληνικό έδαφος, τότε άρχισαν να αντιστέκονται, αλλά όχι και πολύ. Και κάθε μέρα χτυπούσαν οι καμπάνες, παίρναμε ένα χωριό ένα ύψωμα. Οι καμπάνες δε σταματούσαν να χτυπούν. Τρέχαμε στους δρόμους, φωνάζαμε, τραγουδούσαμε.

Μια μέρα στη γειτονιά ένας γέρος έκλαιγε, είχε παιδί στο μέτωπο. Του λέγω "Γιατί μπάρμπα-Γιωργάκη κλαις; Πήραμε την Κλεισούρα.", "Αχ! Μαριώ μου", λεει, "για να χτυπούν οι καμπάνες δεν ξέρεις πόσα παιδάκια πέσανε."

14-16124186TRANSPORTCORPS1.jpg

Κάθε ημέρα προχωρούσαμε. Όλος ο κόσμος μιλούσε για την Ελλάδα, θρίαμβος! Ένας Άγγλος, ο Ουϊνστον Τσώρτσιλ, είπε "οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες".

[...]

Κι αφού φτάσαμε στα Τίρανα και φωνάζαμε θα τους πετάξουμε στη θάλασσα, έγινε κάτι που ο κόσμος γύρισε πάνω κάτω. Μεγάλη καταστροφή, ξαναχτυπούσαν οι καμπάνες, οι Γερμανοί μπαίνανε στην Ελλάδα και μας χτυπούσαν πισώπλατα. Εμείς, μια χούφτα άνθρωποι, τί να κάνουμε; Τα εκατομμύρια των Ιταλών να πολεμούμε μπροστά ή τα διπλά των Γερμανών που χτυπούσαν πίσω μας; Ούτε στρατό είχαμεε, ούτε τα καταραμένα όπλα τους. Αναγκάστηκε ο στρατός να οπισθοχωρήσει, πληγωμένος, αλλά με το κεφάλι ψηλά, νικητές, όχι νικημένοι.

[...]

Οι φάλαγγες κατέβηκαν στην Αθήνα, μπήκαν μέσα, ανέβηκαν στην Ακρόπολη, κατέβασαν τη Σημαία μας, ύψωσαν τη δική τους. Ο κόσμος πάγωσε. Και άρχισε η καταστροφή. Πήραν στα χέρια τους τα πάντα και κυβερνούσε ο αγκυλωτός σταυρός.

[...]

Η πείνα θέριζε τους πάντες. Εδώ στα χωριά είχαμε λάδι, μαζεύαμε χόρτα και τρώγαμε. Ψωμί δεν είχαμε. Με ελιές και χόρτα περνούσαμε. Στον κάμπο είχανε ψωμί, δεν είχανε λάδι. Στις πόλεις δεν είχαν τίποτα. Στα πεζοδρόμια και στις πόρτες των σπιτιών έβλεπες σκελετωμένα κορμιά, Μετά άρχισε η μαύρη αγορά, είδος με είδος: μια οκά λάδι - μια οκά αλεύρι, μια οκά λάδι - μια οκά πατάτες, δράμα η κατάσταση. Στις πόλεις δίνανε κουστούμια, χρυσαφικά, για λίγο αλεύρι, λίγο καλαμπόκι. Από αρρώστιες είχε γεμίσει ο κόσμος, φάρμακα πουθενά, πεθαίνανε αβοήθητοι, όπως τα σκυλιά στους δρόμους.

Τότε άρχισε η Αντίσταση. Οι άνδρες που πολέμησαν και οπισθοχώρησαν δεν το άντεξαν αυτό, πήραν τα όπλα και βγήκαν στα βουνά. Όπου περνούσαν Γερμανοί βγαίναν και χτυπούσαν και αν σκότωναν Γερμανό, αυτοί μπαίνανε μέσα στο χωριό, μαζεύαν τους άνδρες, τους εκτελούσαν και το καίγανε. Παντού φωτιά, παντού αίμα. Ήρθαν και στο χωριό μας, βγήκαν έξω από το χωριό και τους χτύπησαν και σκότωσαν ένα αξιωματικό. Αυτοί μπήκαν, μάζεψαν όσους άντρες βρήκαν και τους εκτέλεσαν στο σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί τους θάψανε και κάνανε το μνημείο τους. Κάψανε και το χωριό μας. Μέσα στα σπίτια κάψανε τρία άτομα: μια γριούλα στη γειτονιά μας και μια μάνα με το γιο της. Το παιδί ήταν παράλυτο, η μάνα προσπαθούσε να το βγάλει, δε μπορούσε. Αγκάλιασε το παιδί της και κάηκαν μαζί. Τους βρήκαν καμένους αγκαλιασμένους. Τέτοιοι κακούργοι, αιμοβόροι, στην ψυχή τους δεν υπήρχε ίχνος ανθρωπιάς, βάρβαρος λαός.

[...]

Ώσπου έφτασε η ευλογημένη ώρα που οι Γερμανοί θα φεύγαν από τη χώρα μας. Άρχισαν σιγά σιγά να ξεπαστρεύουν τον τόπο μας από τα καταραμένα όπλα τους και να φεύγουν. Φεύγοντας κάναν όσες ζημιές μπορούσαν. Αφού ξεκρέμασαν τη σημαία τους από την Ακρόπολη, υψώσαμε τη δική μας. Τότε, αυτό που έγινε δε μπορεί να το διηγηθεί κανένας. Όλοι με τις Σημαίες στα χέρια τρέχανε στους δρόμους φωνάζοντας, τραγουδώντας. Όλοι βγάλαμε τις Σημαίεες στα παράθυρα. Τρέχω κι εγώ, βγάζω τη Σημαία από το μπαούλο, την παίρνω και τρέχω στο παράθυρο. Το ανοίγω, ο αέρας που φυσούσε μοσχοβολούσε Λευτεριά.Την ύψωσα όσο πιο ψηλά μπορούσα και τραγουδούσα κλαίγοντας: "Σε γνωρίζω από την κόψη...". Η γερμανική μπότα έπαψε να πατά τα άγια χώματά μας, η γη μας ανάσανε και άρχισε να φυτρώνει το καταπράσινο χορταράκι, αγνό και μοσχοβολούσε. Τα πάντα χαμογελούσαν, όλος ο κόσμος μοσχοβολούσε Λευτεριά. Οι αδικοχαμένες αθάνατες ψυχούλες που πέσανε στα δύσκολα αυτά χρόνια πλανιόνταν αθόρυβα ανάμεσά μας και γιόρταζαν και αυτές μαζί μας. Στιγμές αξέχαστες ' ελευθεροι, αγκαλιασμένοι, τρέχαμε στους δρόμους τραγουδώντας. Περασμένα που δεν ξεχνιούνται ποτέ, στιγμές φρίκης, στιγμές χαράς."

Μαρία Γιαννιού, "Αναμνήσεις και εικόνες μιας ζωής" 

(*οι πίνακες του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη)


Το περίπτερο

τότε-.jpg

Γιατί μού'χει μείνει καρφωμένη στο νου η εικόνα τούτη, πέρα από τις τόσες άλλες; Δεν ξέρω... δεν είχε κάτι τόσο ιδιαίτερο ή ξεχωριστό... ούτε θα μπορούσε να ενταχθεί σε κάποια συγκεκριμένη μέρα, να τη συμπεριλάβει κάποια ημερομηνία.. Σε κείνο το περίπτερο πήγαινα συχνά, παιδί για καμιά σοκολάτα, όταν μεγάλωσα για τσιγάρα και πάντοτε για να αφήσω την καλημέρα μου... χρόνια... κοντά δυο δεκαετίες, το ίδιο πρόσωπο πίσω από το παραθυράκι, πότε να με κοιτά συνοφρυωμένο, πότε να μου χαμογελά, πότε μ'εκείνο το βλέμμα το αλλόκοσμο, το ταξιδιάρικο... Και πάντα θα ανταλλάσσαμε δυο κουβέντες παραπάνω, από τα καθημερινά τυπικά «τι κάνεις;», «τι κάνω;» και «καλά κρασιά»!
Όταν ήμουνα πολύ μικρή, το περίπτερο τό'χε ο παππούς. Αμυδρά τον θυμάμαι... Θυμάμαι μόνο κάτι τσιχλίτσες πού'χε χύμα σ'ένα πλαστικό κυλινδρικό κουτί, σε σχέδιο μπάλας ποδοσφαίρου. Κι όταν μου περίσσευαν τίποτε ψιλά, αγόραζα από αυτές. Ένα πενηνταράκι η μία! Δε θυμάμαι νά'χα αγόρασε ποτέ τίποτά άλλο με πενηνταράκι... αυτή τη θύμιση έχω μονάχα από αυτό. Τη γεύση της τσιχλόφουσκας. Το πενηνταράκι γρήγορα καταργήθηκε και η τιμή της τσίχλας πήγε μια δραχμή. Κάπου τότε που είχα χάσει τον παππού μου. Κι ο γέρος περιπτεράς, που έκαναν τα καλοκαίρια παρέα, με είχε ρωτήσει τότε: «Ο παππούς σου δεν ήρθε;». «Έφυγε...» τού'χα απαντήσει, θά'μουν δε θά'μουν έξι χρονών... Μού'χει μείνει τούτο το «Έφυγε...» που είχα συλλαβίσει τότε... δεν ξέρω γιατί... Κι ούτε ξέρω γιατί δεν είπα «πέθανε», για παράδειγμα. Μετά από λίγο καιρό, «έφυγε» κι ο περιπτεράς ...;
Κι ύστερα, για χρόνια, το ίδιο πρόσωπο... Κάθε, μα κάθε μέρα εκεί, σταθερά κι ο χρόνος περνούσε... Και μεγάλωνα... Κι έφευγα κι ερχόμουν κι εκείνος εκεί. Ένα με την πλατεία. Ένα με το γέρο πλάτανο. Κι εγώ να χαζολογώ και να πιάνουμε την κουβέντα. Και μού'δειχνε κάτι παράξενες μάρκες τσιγάρων, που δεν πολυκυκλοφορούσαν, με καπνό «σέρτικο, βαρύ, τον καλύτερον», που επέμενε να τις προμηθεύεται κι ας μην τις τιμούσε η περιορισμένη πελατεία του. Κι έτσι κάθε φορά που κανένας τουρίστας ρωτούσε με δισταγμό, αντικρίζοντας το παλιό ξύλινο περίπτερο του μικρού χωριού, «Μπας και έχετε...;», το πακέτο προσγειωνόταν με φόρα μπροστά του. Κανένας δεν έφευγε παραπονεμένος. Τουλάχιστον από τα προϊόντα. Γιατί τότε, τα περίπτερα δεν ήταν έτσι όπως σήμερα πολυφορτωμένα, αλλά εκείνο είχε μεγαλύτερη ποικιλία σε τσιγάρα, σοκολάτες και ζαχαρωτά ακόμα κι από κείνα τα διάφορα συνοικιακά της Αθήνας!
Βέβαια, πολλοί έφευγαν παραπονεμένοι ή ακόμα κι οργισμένοι, για άλλο λόγο. Για τη σιωπή... Γιατί, όταν βαριόταν, δε μιλούσε. Ούτε μια καλημέρα του Θεού... Ούτε καν, να απαντήσει σε μια απλή απορία «Από πού πάνε για...;» ενός νέου επισκέπτη. Σιωπούσε και, μοναχά, σε κοίταζε με ένα ανέκφραστο, εγκλωβισμένο σε κρυφές εικόνες, βλέμμα. `Ασε που μπορούσε να πετάξει και κανένα σιχτίρισμα, αν επέμενες! Αλλά, εγώ δεν είχα τέτοιο πρόβλημα. Σε μένα μιλούσε και με τις ώρες... Κι αν κάποτε δε γούσταρε να πει καλημέρα, ας μην την έλεγε. Θα την άκουγα την επομένη διπλή, μ'άλλες λέξεις. Βέβαια, είχαμε κι εμείς μια φορά τσακωθεί...
Ούτε που θυμάμαι τι συζητούσαμε κατά καιρούς... Για τους ανθρώπους, για τη μουσική, ακόμη και για τα αγριολάχανα που μαζεύουνε για να βράσουνε σαλάτα. `Αλλες φορές πάλι, σα να μη λέγαμε τίποτα, απλά χαζεύαμε τις μυρωδιές και τους ήχους γύρω μας.
Αλλά μού'χει μείνει εκείνη η εικόνα... Χειμώνας... ερημιά... ξερά βρεγμένα πλατανόφυλλα στις γκρίζες πλάκες, κρύο τσουχτερό και σκοτάδι. Εγώ απ'έξω τυλιγμένη σ'ένα χοντρό παλτό, εκείνος μέσα με το παραθυράκι ανοιχτό, να κουβεντιάζουμε... Τσιγάρα νά'χα πάει να αγοράσω; Που θυμάμαι.. Θυμάμαι μονάχα που κάπως έτσι, μια τέτοια εικόνα ξόρκιζε τη μοναξιά της έρημης νύχτας στο χωριό...και το περίπτερο ήταν πάντα εκεί, ανοιχτό, φωτισμένο κι ας κόντευαν μεσάνυχτα, κι ας είχαν χαθεί τα βήματα των ανθρώπων μέσα στα ζεστά κονάκια, κι ας είχαν αποκοιμηθεί ακόμα κι οι σκιές...


παραμονές Πρωτοχρονιάς... (2007+1)

Παραμονές Πρωτοχρονιάς... Πάει και τούτος ο χρόνος... Σκυφτός, γερασμένος... ετοιμάζεται να την κάνει... και καλά θα κάνει δηλαδή, αρκετά μας ταλαιπώρησε! Πάμε για άλλα καλύτερα, χειρότερα, μια από τα ίδια, ποιος ξέρει;... εγώ θα επιμένω να ελπίζω στα καλύτερα. `Αντε να ρίξουμε πάλι το ρόδι στην εξώπορτα να σκορπίσουν τα ροδοκόκκινα σπόρια τριγύρω για να αυγατέψουν τα αγαθά με το έμπα του νέου χρόνου, όπως λέει ο λαός μας, για να αυγατέψουν κι οι χαρές και τα χαμόγελα, όπως λέω εγώ. Να φροντίσουμε κανένας γουρλής να μας κάνει ποδαρικό φέτος, πάντα με το δεξί, για να πάει καλά η χρονιά κι όλα τα στραβά και τα ανάποδα να τα πάρει μαζί του ο στριμμένος γέροντας του 2007 και να τα θάψει στο χρονοντούλαπό του. Να κόψουμε και τη βασιλόπιτα, να δούμε σε ποιόν θα πέσει φέτος το φλουρί... και καθώς εγώ φλουρί ποτέ δε βλέπω, να παραχώσω και κανένα κλαράκι απ' τ'αμπέλι, όπως κάναν οι παλιοί,  μπας και μου λάχει έτσι για τούτη τη χρονιά να μη δω τις λιγοστές κληματαριές μου να τις ρημάζουν οι αρρώστιες! Ν'ακούσουμε και τα κάλαντα την παραμονή, τα περίφημα «σούρβα», τις παιδικές φωνούλες να καλωσορίζουν το νέο έτος και να τραγουδούν για τον αγαπημένο τους `Αι Βασίλη, έστω και χωρίς τις «ματσούκες» που κρατούσαν παλιά, σα λιλιπούτειοι ποιμένες, για να ανακατώσουν τη χόβολη στη φωτιά λέγοντας ευχές που θα έφερναν πλούτη, υγεία και «παράδες μίρμιρο» σαν τη στάχτη της φωτιάς ή τις κλάρες από τις μπουμπουκιασμένες κρανιές που μ'αυτές χτυπούσαν στις πλάτες τους νοικοκυραίους για νά'ναι γεροί και καλόκαρδοι.

 

`Αντε, πριν φύγει τούτη η χρονιά, να κάνω και το χατήρι στο Ειρηνάκι που μου το ζήτησε [ http://ireneko.pblogs.gr/2007/12/anamnhseis-2007-1.html] και δε μπορώ να του το αρνηθώ, να γράψω τις 2007 +1 αναμνήσεις μου...

2007+1 λοιπόν...

Αναμνήσεις...

  1. Κάτι ευτυχισμένες στιγμές καθώς καλωσόριζα το καλοκαίρι... Ο λατρεμένος ήλιος κι η αγαπημένη θάλασσα... σε ένα τόπο μαγικό... κι όλες οι πληγές σαν να άρχιζαν να γιατρεύονται.
  2. Δεν πρόλαβα να το χαρώ. Αρχές καλοκαιριού κι οι φωτιές κατέκαψαν τον τόπο μου... Κι ύστερα το κακό συνεχίστηκε σε όλη την πατρίδα μου. Πικρό καλοκαίρι...
  3. Ένας πάρα πολύ δύσκολος χωρισμός και μια παντοτινή αγάπη και φιλία...
  4. Έχασα το λατρεμένο μου Ισμηνάκι που μου έκανε συντροφιά για σχεδόν δεκαεπτά χρόνια.
  5. Μια επίσκεψη στους Δελφούς...απλώς μαγεία...
  6. Μια αγαπημένη φίλη που απόχτησα.
  7. Και, φυσικά, που μπήκε στη ζωή μου το "μυριαγαπημένο" μου.

+ 1: Πολύ τσίπουρο, μα μιλάμε για πολύ τσίπουρο φέτος!!!

 

(καλά, μπορεί νά'ναι κι άλλα... αλλά τ'αφήνουμε κατά μέρος...)

 

Υ.Γ. Συγχωρέστε με, δε μπορώ να κάνω προσκλήσεις προσωπικά για τη συνέχεια του «μπλογκοπαίχνιδου» (με τα οποία γενικότερα δεν τα πάω πολύ καλά) των αναμνήσεων, θα ένιωθα λιγάκι σαν να «καταναγκάζω» (έχω κι εγώ κάτι λόξες!)... όποιος κάνει κέφι το συνεχίζει στο ιστολόγιό του.

Υ.Γ. 2. Α, και για κάποιο σπαστικό λόγο δε μπορώ να περάσω φωτογραφία στην εγγραφή σήμερα.