ο μικρός κομπογιάννος με τον κόκκινο λαιμό...

κ.3jpg.jpg

"Χειμώνιασε και φεύγουν τα πουλιά
γοργά ο πελαργός τα πελαγώνει
κι η φλύαρη χελιδονοφωλιά
χορτάριασε παντέρημη και μόνη.

Του σπίνου χάθηκ` η γλυκιά λαλιά
φοβήθηκε ο μελισσουργός το χιόνι
κι η σουσουράδα στην ακρογιαλιά
δεν τρέχει δεν πηδά δεν καμαρώνει.

Στης λυγαριάς τ` ολόξερο κλαδί
του φθινοπώρου φτωχικό παιδί,
ο καλογιάννος πρόσχαρος προβάλλει,

με λόγια ταπεινά και σιγανά.
Μικρός προφήτης, φτερωτός μηνά
την άνοιξη, που θα γυρίσει πάλι."

(Γεωργίου Δροσίνη)

κ4.jpg

Χειμώνιασε για τα καλά στο βουνό του Χείρωνα. Το τοπίο ντύθηκε στ'άσπρα κι οι νιφάδες καλοθρεμμένες, αλλά αέρινες, χορεύουν σ'όλο τούτο το λευκό σκηνικό. Και ξάφνου ένα πορτοκαλοκόκκινο φτερούγισμα, σπάει τη χρωματική μονοτονία!

Απ'τα πιο όμορφα χιόνια (προς το παρόν... μη λέω και μεγάλες κουβέντες, γιατί το κύμα συνεχίζεται). Χωρίς τους τρελούς αγέρηδες, τ' ασφυκτικά ανεμοσούρια και τη μαύρη σκοτεινιά του ουρανού... Ένα χιόνι φωτεινό, στρωτό κι ήρεμο. Εκείνοι πού'χουν ζήσει τα χιόνια, καταλαβαίνουν τι λέω...

Ο κομπογιάννος μας, ο πηλιορείτης "ριλής", ο πανέμορφος κοκκινολαίμης, σαν πιστός εραστής του γερό-χειμώνα, φτερουγίζει εδώ κι εκεί αναζητώντας να χορτάσει την κοιλίτσα του. Μοναχικός, θαρραλέος, αν κι ιδιαίτερα επιφυλακτικός, πλησιάζει να δοκιμάσει το μεζέ και φτερουγίζει ανάλαφρα πιο πέρα. Δεν είχε άδικο ο Λαμνάτος όταν έγραφε για τον ασπρομάλλη γέροντα, το χειμώνα, που "ξαναφέρνει τον κοκκινολαίμη τραγουδιστή, τον καλόγιαννο, τον ψυχογιό του χειμώνα, τον μοναδικό φτερωτό σύντροφο των ξωμάχων μας". Ούτε ο Δροσίνης που τον τραγούδησε: "Μικρός προφήτης, φτερωτός μηνά την άνοιξη, που θα γυρίσει πάλι".

κ.2.jpg

Είναι ο ερύθακος του Αριστοτέλη κι ο "πυρράκος" (εκ του πυρρός= κόκκινος) των αρχαίων Ελλήνων. Είναι ο καλογιάννης ή κομπογιάννος ή κοκκινολαίμης των νεοτέρων. Κι όπως μας πληροφορεί το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν του Ηλίου", "Ο ερύθακος είναι από τα πλέον φιλόστοργα πλάσματα της φύσεως και φροντίζει νυχθημερόν για την διατροφήν των νεοσσών του και δια την προστασία των. [...] Αν και μερικοί ερύθακοι, προερχόμενοι γενικώς από το κέντρον της Ευρώπης, καθυστερούν συχνά εις τα κλίματά μας μέχρι της ελεύσεως του χειμώνος και μάλιστα μένουν ενίοτε εκεί, εν τούτοις είναι πτηνά κατ' εξοχήν αποδημητικά, αλλά προικισμένα με πολλήν ενστικτώδη σοφίαν, διότι δεν περιμένουν συνήθως να αρχίσει ο χειμών δια να αρχίσουν την πορείαν των προς τα θερμότερα κλίματα." Κι έτσι, τους έχουμε πιστή συντροφιά, στολίδια του χειμώνα, να χρωματίζουν με τις πανέμορφες πινελιές των φτερούγων τους το κοιμισμένο τοπίο, να τραγουδούν χαρούμενα σαν χειμωνιάτικα αηδόνια και να μας πλησιάζουν περήφανα και διστακτικά για να μοιραστούμε ένα ψίχουλο κι ένα χαμόγελο μαζί τους...

κ1.jpg

Λένε, λοιπόν, πως όταν σταυρώθηκε ο Χριστός ένα καφετί πουλάκι μ'άσπρο λαιμό πέταξε πάνω απ'το κεφάλι του κι ένα λευκό λουλούδι άνθισε στη βάση του Σταυρού του. Το πουλάκι λυπήθηκε το μαρτύριο του Χριστού και θέλοντας ν'απαλύνει τον πόνο του τράβηξε με το ράμφος του ένα αγκάθι απ'το ακάνθινο στεφάνι που του είχαν φορεμένο στο κεφάλι του. Τότε, σταλαματιές από το αίμα του Χριστού πέσανε στο λαιμό του κι άλλες στα πέταλα του λουλουδιού που τ'άνοιξε όσο μπορούσε πιο πολύ για να τις δεχτεί. Έτσι, από τότε, ο λαιμός του μικρού καλόγιαννου και τα πέταλα της μικρής παπαρούνας βάφτηκαν κόκκινα.

 


Κουτσοφλέβαρος: αστοχιάρης κι αποσπόρι του χειμώνα.. (λαογραφικά και αρχαιότερα)

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια γριά τσοπάνισσα.. Τούτη η γριά είχε απηυδήσει από το κρύο και την παγωνιά του χειμώνα, απ'τις λασπούρες και τις ασταμάτητες βροχές και, μόλις είδε πως επιτέλους ο Μάρτης ο γδάρτης κι ο παλουκοκάφτης έδινε τη θέση του στον ξανθό Απρίλη -μιλάμε για την τελευταία, δηλαδή, μέρα του Μαρτίου- και πως δεν είχε πλέον τίποτα να φοβηθεί από τη βαρυχειμωνιά, του φωνάζει περιχαρής "Πρίτσι, Μάρτη μου, τα ξεχείμασα τα προβατάκια μου!". Ο Μάρτης, λοιπόν, προσβλήθηκε βαρύτατα, (του έθιξε -ένα πράγμα- τον εγωισμό), οργίστηκε με την περιφρονητική της φράση κι έτσι δανείσθηκε μια μέρα από τον αδελφό του το Φεβρουάριο κι έριξε τόσο χιόνι κι έκανε τόση παγωνιά που "η γριά, αν και εκρύβη κάτω από το κακκάβι (καζάνι) της, δια να μην ξεπαγιάση, απελιθώθη, ως και το ποίμνιόν της"! Κι έτσι, μας απέμεινε ο Φλεβάρης κουτσός, με μια μέρα λιγότερη...

πρόβαταχιόνι.jpg

(την ιστορία καταγράφει και ο Φίλιππος Βρετάκος στο βιβλίο του "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των")

Τούτα λέει η λαϊκή παράδοση.. Όμως, η πραγματικότητα θεωρείται η εξής (διαλέγετε και παίρνετε!!):

Ο πρώτος βασιλιάς της Ρώμης, ο Ρωμύλος, καθόρισε το παλαιότατο ρωμαϊκό ημερολόγιο, το οποίο είχε δέκα μήνες και ξεκινούσε απ'τον Μάρτιο. Το ημερολόγιο ήταν σεληνιακό.

Ο διάδοχός του, ο Νουμάς, μαζί με άλλες μεταρρυθμίσεις, προσέθεσε στο τέλος του έτους τον Ιανουάριο και το Φλεβάρη.

Κατά κάποιες πηγές ο ίδιος ο Νουμάς, κατά άλλες οι άρχοντες της Ρώμης το 153π.Χ. μετέθεσαν τους δυό αυτούς μήνες στην αρχή του έτους κι έτσι ο Φεβρουάριος βρέθηκε δεύτερος μεταξύ Γενάρη και Μάρτη, αλλά το θρησκευτικό έτος εξακολουούσε να ξεκινά την πρώτη Μαρτίου.

Το 46π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρ καθιέρωσε το λεγόμενο "ιουλιανό ημερολόγιο", έργο του Έλληνα αστρονόμου Σωσιγένη, που προσδιορίζει το ηλιακό έτος σε 365,25 ημέρες. Με το ημερολόγιο αυτό δημιουργήθηκε το δίσεκτο έτος των 366 ημερών. Τότε είναι που αφαιρέθηκε και μια μέρα απ'τον καημένο το Φλεβάρη για να την προσθέσουνε στον Αύγουστο, τιμής ένεκεν, προς χάρην του αυτοκράτορα Οκταβιανού που πήρε τον τίτλο του Αυγούστου και έδωσε και το όνομά του στο μήνα τούτο.(Μιας και δε γινόταν ο Ιούλιος, προς τιμήν του Ιουλίου Καίσαρα, να έχει 31 ημέρες και ο Αύγουστος, προς τιμήν του Οκταβιανού Αυγούστου, λιγότερες!).

Διαλέγετε και παίρνετε λοιπόν, κατά προτίμηση!.. Για τη γριά ή για τον Αυτοκράτορα! :)

Τώρα, δεν τού'φτανε του καημένου του Φλεβάρη πού'μεινε κουτσός, αρχίσανε να τον λένε και γκαντέμη.

"Το Φλεβάρη μη φυτέψεις, ούτε να στεφανωθείς!"

Θα μου πεις, δεν είχαν κι άδικο.. Όλοι οι υπόλοιποι μήνες νά'χουν από 30 μέρες κι οι πιο μάγκες νά'χουν αρπάξει και μια τριακοστή πρώτη, και τούτος ο κακόμοιρος να του λείπε όχι μόνο μια, αλλά και την εικοστή ενάτη του να τη χαίρεται μόνο κάθε τέσσερα χρόνια!

Δίσεκτος, λοιπόν, ο Κουτσοφλέβαρος και μονάχα κάθε τέσσερα χρόνια να κατορθώνει να χτυπήσει, έστω, το 29.. αλλά ο λαός, να μην τον αφήσει να χαρεί για αυτή τη μέρα! Όχι, ούτε γάμοι, ούτε χαρές τα δίσεκτα έτη.Κι όχι μόνο τούτο, κατέληξε δίσεκτος να σημαίνει "χρονική περίοδος δυστυχίας"!

"Κι αν έρθουν χρόνια δίσεκτα και μήνες οργισμένοι..." λέει το δημοτικό μας άσμα..

Έχετε αναρωτηθεί γιατί άραγε δόθηκε η ονομασία "δίσεκτος" (δις+έξι); Μας εξηγεί ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"):

δίσεκτος.jpg

Ο Φεβρουάριος ονομάστηκε έτσι από το λατινικό februo= εξιλεώνω, εξαγνίζω επειδή, όπως σημειώνει ο Δ.Λουκάτος, "ήταν ο τελευταίος του ρωμαϊκού έτους και επομένως "διαβατήριος" και αποκαθαρτικός" και, όπως καταγράφει ο Φίλιππος Βρετάκος, "ήτο αφιερωμένος εις τον εν τω ¶δη θεόν των νεκρών Φέβρον, εγένετο μήνας πένθους (φέβερ) και εώρταζον κατ'αυτόν τα Febroualia, που ήσαν εξιλαστήριος θρησκευτική εορτή υπέρ των νεκρών και επέμποντο δεήσεις υπέρ των ασθενών. Κατά την εορτήν αυτήν, επειδή ο Φεβρουάριος ήτο τότε ο δωδέκατος μήνας του έτους εις το ρωμαϊκόν ημερολόγιον, συνηθίζετο να εξιλεώνονται αι αμαρτίαι των, δια να εισέλθουν καθαροί εις τον νέον έτος, που ήρχιζεν την 1ην Μαρτίου."

Η ¶ννα Τζιροπούλου ( "Έλλην Λόγος") αναφέρει ότι το λατινικό febris προέρχεται, με τη σειρά του, από το αρχαιοελληνικό θιβρός(=θερμός), καθώς "Ετελούντο εορταί και προσέφερον εις τους θεούς "θερμόν άλας"' θιβρός (=θερμός)---> λατιν. febris με συνήθη εναλλαγή του θ εις φ."

Καθώς και στην αρχαία Ελλάδα την αντίστοιχη εποχή (αττικός μήνας Ανθεστηριών) γιόρταζαν τα Ανθεστήρια (πιθοίγια, χοές, χύτροι κι υδροφόρια), διονυσιακή εορτή με θυσίες στο Διόνυσο και τον Χθόνιο Ερμή, γιορτή των άνθεων και του οίνου, αλλά παράλληλα αφιερωμένη και στις ψυχές των νεκρών. (βλέπε και: Ψυχοσάββατα, Αποκριές και Χύτροι..και Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..), καλόγεροι κι άλλα πανάρχαια έθιμα της αποκριάς..)

Όπως αναφέρει ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"):

"[...] όταν εμείς γιορτάζουμε την αποκριά με τα Ψυχοσάββατά της οι αρχαίοι Αθηναίοι γιόρταζαν τα Ανθεστήρια, γιορτή που είχε και αυτή διπλή όψη, ήταν δηλαδή απ'τη μια γιορτή των λουλουδιών, του κρασιού και της αχαλίνωτης χαράς κι απ'την άλλη γιορτή των νεκρών και των ψυχών [...]"

Ο Φλεβάρης, λοιπόν, κουτσός, ψιλογρουσούζης κι αφιερωμένος στις ψυχές των νεκρών... όμως, ουσιαστικά, και μήνας καθαρτήριος.. Ο λαός μας των παρετυμολόγισε (όχι τυχαία, όπως σημειώνει κι ο Δ.Λουκάτος) "από τις βροχές και τα πολλά νερά του κι είπαμε "λαϊκά" Φλεβάρης, επειδή ανοίγει τις φλέβες του και γεμίζει τον κόσμο νερά." ("Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της ¶νοιξης").

χειμώναςχιόνι.jpg

Με το έμπα του Φλεβάρη γιορτάζουμε τα "Σιμόγιορτα" (βλ.Ο `Αγιος Τρύφωνας των αμπελιών, Υπαπαντή, "Ο `Αγιος Συμιός σημειώνει") , τον ¶γιο Βλάσιο (Ο `Αγιος Βλάσιος και τα τσακάλια..) και τον ¶γιο Χαράλαμπο (βλ.εκεί, στον `Αγιο Χαράλαμπο..) και ο Φεβρουάριος είναι ο μήνας που ανοίγει το Τριώδιο (βλ.Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..) και καλόγεροι κι άλλα πανάρχαια έθιμα της αποκριάς..).

Αυτός είναι, λοιπόν, ο Φεβρουάριος ή Φλεβάρης ή "Χλεβάρης" (Μάνη) ή "Στερεωτής" (Μάνη) (διότι ριζώνουν και στερεώνονται κατ'αυτόν τα σπαρτά) ή "Κλαδευτής" (λόγω του κλαδέματος), "Μικρός", "Κουτσός", "Κουτσοφλέβαρος", "Κούτσουρος", "Κούτσουλος" (Κύπρος), "Λειψομήνας", "Μικρομήνας", "Λησμονιάρης" (διότι αν αρχίσει να βρέχει, αστοχάει να σταματήσει), "Μισερός", "Κούντουρος", "Μιτσός Μήνας", "Χορευτής" (λόγω της Αποκριάς), Μεθυσμένος (λόγω άστατου καιρού) ή "Φλεγάρης" (διότι ανοίγουν οι φλέγες (φλέβες) του νερού), ακόμα και "Αστοχιάρης κι αποσπόρι του Χειμώνα", όπως άκουσε ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας") από έναν γέρο ζευγά απ'τη Μάνδρα της Αιτωλίας, καθώς "Το "Αστοχιάρης βγαίνει απ'ότι αστοχάει να κρατήσει όταν βρέχει, το δε "αποσπόρι" επειδή είναι ο τελευταίος και μικρότερος σε μέρες μήνας του χειμώνα".

"Σού'πανε Φλεβάρη βρέξε κι αλησμόνησες να πάψεις!"

"Ο Φλεβάρης με νερό, κουτσός μπαίνει στο χορό!"

"Όξω Κουτσοφλέβαρε, νά'ρθει ο Μάρτης με χαρά και με πολλά λουλούδια!"

"Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει!

Κι αν του δώσει και καιώσει, μες στο χιόνι θα μας χώσει!"

και, "Ο Κουτσός έβαλε τη γρα στο χαράκωμα!", επειδή, όπως μας πληροφορεί ο Μιχάλης Γρηγοράκης ("Κρητικά Λαογραφικά για τους μήνες"),: "Υπάρχει σχετικός μύθος που μας λέει πως μια γριά για να αποφύγει τη γερή χιονιά του Φλεβάρη, κουκουλώθηκε με το τέτζερι, με αποτέλεσμα βέβαια να πεθάνει.". Ναι, ναι στην καημένη τη γριά που πήγε να ειρωνευτεί το Μάρτη αναφέρεται...

(πάντως, με τη γριά ξεκινήσαμε, με τη γριά τελειώσαμε...)

(σημ. Οι ονομασίες κι οι παροιμίες, από τα: Φ.Βρετάκου "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των", Μ.Γρηγοράκη "Κρητικά λαογραφικά για τους μήνες", Β.Λαμνάτου "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας".)


σκέψεις σαν το χιόνι...

Μας τό'φερε από δω, μας τό'φερε απο κει, χιόνια ακούγαμε, χιόνια δε βλέπαμε -πέρα από ένα μιζεριασμένο νερόπλυμα που μας πασπάλισε πριν λίγες μέρες- χειμώνας ήρθε, το καλοκαίρι δεν έφευγε.. ε, αφού μας πάγωσε για τα καλά, τη φάγαμε την ψυχρολουσία, κρυστάλλωσε το κοκκαλάκι μας, τρεμούλιασε η ψυχή μας -καλά, αυτό από άλλα κι άλλα γεγονότα- σήμερα αποφάσισε να έρθει μια άσπρη μέρα! Ε, αφού δε μπορούμε να τη ζήσουμε αλλιώς, ας τη ζήσουμε με την πλάση στα ολόλευκα ντυμένη, νυφούλα σε πρόβα νυφικού, μια ελπίδα για ένα αύριο χωρίς μαυρίλες και σκοτάδια..

Ανέβαινα κι εγώ το καλντερίμι για το "παζάρ'" (που λένε κι οι παλιοί), να πάρω καμιά προμήθεια για το γατολόι κι ύστερα στο περίπτερο για να μη χαρμανιάσουμε, τέτοιες μέρες.. Δεν πρόλαβα να προσπεράσω, "χέιιιιι, χέιιιι", μου φωνάζει ο κυρ-Βασίλης μέσα απ'το κουβούκλιο! Πάω προς τα κεί.. Ξεμανταλώνει το παραθυράκι. "Βγήκες βρε θηρίο;" "Καλημέρα, ωραία μέρα!" "Μας λυπήθηκε ο Θεός!" μου κάνει. Βγάζω το γυαλί, του ηλίου βεβαίως-βεβαίως, γελώντας "Έβαλα και το γυαλί κυρ-Βασίλη!" "Πρώτη είσαι, κούκλα!" μου χαμογελάει συνωμοτικά ο παππούς. Χαμογελώ κι εγώ.. Κι ακούω τα κλαρίνα να ανασταίνουν ψυχές, από το μικρό κασετοφωνάκι του. "Μια χαρά σε βρίσκω!" του λέω. Βγάζει ένα ποτήρι κονιάκ "Έλα, να σε κεράσω!" Πίνω μια γουλιά και με το χιόνι να ασπρίζει τα γκρίζο μου παλτό, στάθηκα εκεί, έξω απ'το ξύλινο περίπτερο, και πιάσαμε τις φιλοσοφίες...

χιόνι3.jpg

Οι ρυθμοί σήμερα πιο χαλαροί, πιο φυσιολογικοί, πιο ανθρώπινοι.. μίλησε η φύση φαίνεται και το χωριό θυμήθηκε την ξεχασμένη του αρμονία... τότε που ο άνθρωπος πάλευε αλλιώς, σκληρά, να επιβιώσει, μα δεν ξεχνούσε να ζει... Και μού'ρχεται πάλι στο νου εκείνη η εγγραφή του Νίκου, με τον καφετζή στη Νίσυρο πού'στιβε με το πάσο του τα πορτοκάλια, τόσο που εμπνευστήκαν άρθρο, ειδικά για αυτόν, κι εδώ εμείς να στείβουμε σαν ξεσαλιασμένοι, γιατί οι κύριοι επισκέπτες μας, απαιτούν το καφεδάκι τους στο λεπτό! Και σκέφτομαι, πάλι, που πήρα τα βουνά και παράτησα την Αθήνα για να ζω σαν άνθρωπος και γεμίσαμε κι εδώ επισκέπτες που δεν έρχονται, όπως κραυγαλέα διατείνονται, για να απολαύσουν το τοπίο, την ηρεμία και τη φύση, αλλά μοναχά για να μας μεταδώσουν τους αρρωστημένους τους ρυθμούς, το ανεξέλεγκτο άγχος τους και τη δυστυχία της κενής από ουσία ζωής τους...Χτίζουνε βίλες με δωμάτια, άδεια, θλιβερά, άχρηστα, μα πλουσιοστολισμένα, κάνουν βαφτίσια με κέιτερινγκ, μπαλόνια και φανφάρες στην εκκλησίτσα του χωριού και αναζητούν καφέ με άρωμα μπανάνας στο καφενείο ("αχ... τόφου δεν έχετε;")... βιάζονται, βιάζονται, βιάζονται.. οι ντόπιοι δεν τους αρέσουν, τα πανηγύρια τους ενοχλούν, το χιόνι τους τρομάζει... μα, τί ήρθαν, επιτέλους, να κάνουν εδώ; Να μας φορτώσουν όλα αυτά, απ'τα οποία υποτίθεται πως θέλουν να ξεφύγουν;..Δε μας φτάνουν τ'άλλα προβλήματά μας...

χιόνι1 copy.jpg

Χαζεύω απ'το παράθυρο.. Ο Παγασητικός χάθηκε, έγινε ένα με το άσπρο φόντο του ουρανού.. Οι στέγες μου χαμογελούν, κατάλευκες τριγωνικές τουρτίτσες... Οι νιφάδες προσγειώνονται χορεύοντας στο ρυθμό του Βοριά... Μέσα φλόγες λαμπυρίζουν, η ξυλόσομπα φωτισμένη, η φωτιά στο τζάκι ράθυμα τυλίγει την ξεραμένη ελιά κι ένα κονιακάκι συντροφιά -ένεκα που το ζήλεψα απ'τον κυρ-Βασίλη...

Τις χίλες δυο σκοτούρες, τις έχει απωθήσει το μυαλό μου σε μια καταπακτή.. σφαλισμένες έστω για δυο στιγμές, για τρεις.. τώρα ταξιδεύει, παίζοντας με τις νιφάδες.. καρφώνεται το βλέμμα στο λευκό.. σα μικρό παιδί, χαζεύει το χιόνι σαν κάτι πρωτόγνωρο... εκστατικό... Ξημέρωσε μια μέρα άσπρη...

χιόνι2.jpg


"Είναι για τον ¶γιο-Αντώνη!"

"Προσοχή στο χειμώνα!

Σ'τσι δεκαφτά του Γεναριού

είναι, κυρά μ', τ'Αγι-Αντωνιού.

Τοτεσάς, κυρά Μαντόνα,

είν' η φούρια του χειμώνα!"

έτσι ξεκινάει ο λαογράφος μας Δημήτριος Λουκάτος ("Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης") την αναφορά του στον ¶γιο Αντώνιο... Και συνεχίζει:

"Το ανώτατο όμως αυτό κρύο σημαίνει και κάποιο ξεθύμασμα. Γι'αυτό και κάποτε παρηγορούν:

Απ' τ' αγι-Αντωνιού και πέρα

δώσ' του φουστανιού σ'αέρα!

όπου δεν πρέπει να ξεχνάμε και το αρχόμενο Καρναβάλι."

καμέλιαροζ.jpg

Όπως και νά'χει, σήμερα το κρύο είναι ιδιαίτερα τσουχτερό, εδώ στο βουνό των Κενταύρων, που επιτέλους το τοπίο μοιάζει χειμωνιάτικο, μετά από μια ασυνήθιστη καλοκαιρία που συνόδεψε τις μέρες των εορτών κι είχε ως αποτέλεσμα, ν'ανθίσει χριστουγεννιάτικα η ροζ μου καμέλια και να ξεπεταχτούν μες στο πυκνό χορτάρι, ένα σωρό ανοιξιάτικα ανθάκια..  Κι επειδή, όπως αναφέρει κι ό έτερος λαογράφος μας, ο Πολύδωρος Παπαχριστοδούλου, στα θρακιώτικα διηγήματά του ("Χριστουγεννιάτικα και Πρωτοχρονιάτικα διηγήματα"), "Το χιόν' είν' μπερεκέτ'" και:

παπαχριστοδούλου.jpg

... καιρός είναι να δούμε και τη "φούρια του χειμώνα"!

Κι ας επιστρέψουμε στον ¶γιο-Αντώνη που, παρεμπιπτόντως, πέθανε και σε ηλικία 105 ετών (τώρα τό'δα αυτό!)! Ο λαός μας, λοιπόν, σε διάφορες περιοχές και, κυρίως στας Αθήνας παλιότερα, θεωρούσε πως τη μέρα της εορτής του πρέπει να τηρείται αυστηρή αργία. Καταγράφει ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"):

"Εις τας Αθήνας υπήρχε το έθιμον: "Εγύριζαν τα μεντέρια (στρώματα καναπέ) και εσάρωναν όλον το σπίτι' άλλην εργασία δεν έκαμνον (την ημέραν δηλ. του Αγίου Αντωνίου), διότι:

Κόρη 'ζύμωσε, ξαγκωνιάστηκε'

κόρη έπλινε, ξεχεριάστηκε'

κόρη λούστηκε, 'κάη η κοφή της'

κόρη ζήλωσε, σπυριά φύτρωσε'

κόρη σάρωσε, λογάρι ευρήκε" (Δ.Γρ.Καμπούρογλου, "Ιστορία των Αθηνών", Αθήναι 1889)."

Το νου σας λοιπόν!

Και προσθέτει ο Δ.Λουκάτος: "Υπάρχει και κατάρα: Κακή ριπή τ' Αγι' Αντωνιού (να σ'εύρει) δηλαδή το δυνατό κρύο της ημέρας του.

Είναι όμως και δαιμονοδιώκτης ο άγιος, γι' αυτό λέγανε για τους τρελούς ή ιδιότροπους, πως "είναι για τον ¶γι-Αντώνη" (Πολίτης, Παροιμ.Α 227)."

χμμμμ... Από τρελούς, άλλο τίποτα στις μέρες μας... Βοήθειά μας, λοιπόν... και χρόνια πολλά στους εορτάζοντες!!!



Πήλιο.. εικόνες του χειμώνα..

Πήλιο4.jpg

Πήλιο2.jpg

Πήλιο3.jpg

Πήλιο5.jpg

Πήλιο1.jpg

Πήλιο6.jpg

Και μην ξεχνάμε τις υπογραφές κατά του επίμαχου Χωροταξικού για τον Τουρισμό, που οδηγεί στην ανεξέλεγκτη τσιμεντοποίηση και τελειωτική ισοπέδωση του πανέμορφου τόπου μας:

Πληροφορίες: http://www.diktioaigaiou.gr/contents/draseis.php?kkid=78&kid=63&action=show&m1=4&lang=1

Υπογραφές: http://www.diktioaigaiou.gr/contents/chorotaxiko.php?lang=1  


Το πρώτο ηλιοβασίλεμα...

.. της χρονιάς..

ηλιοβ.jpg

Παρόλα τα χάλια μου (με χτύπησε ο ιός με την αλλαγή του χρόνου!) και την απίστευτη παγωνιά, πρώτη μέρα του χρόνου σουλατσάρισα στο χωριό, παρέα με κάτι φίλους που είχαμε από πιτσιρίκια να ειδωθούμε και μας αναζήτησαν με αφορμή την εξόρμησή τους στο βουνό των Κενταύρων. Μετά την νυχτερινή μου περιπέτεια στα καλντερίμια-παγοδρόμια - ακόμα απορώ πως δεν τσακίστηκα, καθώς το χιόνι είχε μετατραπεί σε γυαλί, η κατηφόρα για το σπίτι μου σε τσουλήθρα (την οποία και τίμησα δεόντως!) και εγώ σε γιγάντιο παγάκι - έκανα μια νέα απόπειρα εξόδου με σύμμαχο τις ακτίνες του βασιλιά ηλίου, που απαλύνανε λιγάκι το κρυσταλλωμένο τοπίο.

ηλιοβ.2jpg.jpg

Καθώς επέστρεφα στο σπιτικό μου κι ο ήλιος αποχωρούσε προς τα ιερά του δώματα, ενώ ο αγέρας τσουχτερός πάγωνε το κορμί και πλημμύριζε τα σωθικά μου, το βλέμμα μου χάθηκε στα χρώματα τ' ουρανού... Το πρώτο ηλιοβασίλεμα της χρονιάς, πανέμορφο, λαμπρό, μεγαλειώδες, ζωγράφιζε με ζεστές πινελιές το χειμειρινό τοπίο κι απλωνόταν σαν αγκαλιά τ'ουρανού πάνω απ'τον σκοτεινιασμένο Παγασητικό..

ηλιοβ.3jpg.jpg

Καινούρια χρονιά ξεκίνησε, χωρίς, δυστυχώς, τους καλύτερους οιωνούς να συνοδεύουν την έναρξή της.. Μα εγώ θέλω να κρατήσω στη μνήμη μου τούτες τις πορτοκαλοκόκκινες ανταύγειες, τούτη την ομορφιά, τούτο το αξεπέραστο μεγαλείο της πλάσης που φιλοξενεί τη σύντομη ύπαρξή μας (πόσο καλό θά'τανε να μην το ξεχνούσαμε αυτό..), τούτη την ελπίδα...

ηλιοβ.4jpg.jpg

Χαρισμένο σ'όλους σας, με τις θερμότερες ευχές μου...

Θαλασσινέ μου ¶η Νικόλα..

"Θαλασσινέ μου ¶γιε, Καλέ μ' ¶η Νικόλα,

εφτά κεράκια σού'φερα και σου τ'ανάβω όλα.

Θά'ρχομαι τώρα ταχτικά ν'ανάβω το καντήλι,

γι'αυτόν που έφυγε προχθές κουνώντας το μαντήλι.

Προστάτευέ τον ¶γιε, των ναυτικών Προστάτη!

Και κάθε άλλος ναυτικός ας σ'έχει παραστάτη!"

(από τα "Αμοργιανά", Σύνδεσμος Αμοργινών, Μάρτιος 2007)

νικ3.jpg

Σήμερα, 6 Δεκεμβρίου, γιορτάζουμε τον ¶γιο Νικόλαο, τον ¶γιο "της γης και του πελάγου", που φέρνει χιόνια στα βουνά, φουρτούνες στα πελάγη. Ο ¶γιος Νικόλας, πέρα από άρχοντας του χειμώνα (βλ.Νικολοβάρβαρα: http://firiki.pblogs.gr/2008/12/371448.html), είναι ο κατ'εξοχήν προστάτης των ναυτικών μας.

Γράφει ο Γ.Α.Μέγας στο βιβλίο του "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας" : " [...] Για το λαό μας μάλιστα ο άγιος Νικόλας δεν είναι ο ονομαστός μητροπολίτης των Μύρων της Μ.Ασίας, αλλά κάποιος που ασκούσε το επάγγελμα του θαλασσινού. Ως καραβοκύρη παριστάνουν τον άγιο και οι αγιογράφοι. Σύμφωνα με τις λαϊκές παραδόσεις, τα ρούχα του είναι πάντοτε βρεγμένα απ'την άρμη, τα γένεια του στάζουν θάλασσα, το μέτωπό του είναι ιδρωμένο απ'την προσπάθεια να προφτάσει παντού, να βοηθήσει τα καράβια που θαλασσοπνίγονται. Πάρα πολλές είναι οι διηγήσεις για τα θαύματά του. Αλλά την προϋπόθεση για τη βοήθειά του, εκφράζει η παροιμία:

"-¶γιε Νικόλα βοήθα με!

-Κούνα και συ το χέρι σου. (ή -Σείσε και συ το πόδι σου.)"

Ο ¶γιος Νικόλαος είναι κύριος των ανέμων και της τρικυμίας. Γι'αυτό πολλές είναι οι προσφορές, οι λιτανείες, και οι παρακλήσεις των ναυτικών μας σ'αυτόν. Η εικόνα του δε λείπει από κανένα ελληνικό πλοίο, μεγάλο ή μικρό.

Από τα κόλλυβα, που στέλνουν στην εκκλησία την ημέρα του αγίου Νικολάου, παίρνουν οι θαλασσινοί της Κίου, όταν ταξιδεύουν. Αν τους πιάσει τρικυμία, τα σκορπούν στη θάλασσα και λέγουν: ¶ι-Νικόλα μου, και πάψε την οργή σου! Και αμέσως παύει η τρικυμία.

Πιστεύουν και ότι:

¶μα ρίξουν στη θάλασσα από τα κόλλυβα του αγίου Νικολάου και βυθίσουν στη θάλασσα και την εικόνα του, αμέσως θα πνεύσει ο άνεμος, που έχουν κατά νου. (Μάδυτος)"

νικ2.jpg

Στα "Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών" του Δημήτριου Λουκάτου, σώζεται η παρακάτω παράδοση, που προδίδει την ξεχωριστή θέση που κατείχε ο άγιος τούτος στην ψυχή του λαού μας:

"Ο ¶η Νικόλας ήταν για τις ψυχές πρώτα, να τις παίρνει. Αλλά ο ¶η Νικόλας πονούσε να τις παίρνει κι έβαλε το Μιχάλη. Είχανε στείλει τον ¶η Νικόλα να πάρει την ψυχή ενός νέου. Εκείνος όμως εσυμπονούσε και πήρε την ψυχή μιανού γερόντου αντίς του νέου. Για αυτό ο Θεός τον έβγαλε απ'τη θέση και έβαλε το Μιχάλη που ήτανε πιο σκληρός."

καθώς κι επόμενη ιστορία

"Ο ¶η Νικόλας είναι και καπετάνιος στο τιμόνι. Σε μια φουρτούνα τον είδε σε ένα φορτηγάκι πλοίο (έτσι μου λέγανε κάτι καπεταναίοι) ένα παιδί 15 χρονών. Τον είδε το παιδί αυτό το καμαρωτάκι πίσω στο τιμόνι και τσου λέει "Ένας καλόγηρος βαστάει τη ρόδα", μα εκείνοι δεν το βλέπανε. Το παιδί ήτανε αθώο."

που θυμίζει την υπέροχη διήγηση που διέσωσε ο Ανδρέας Καρκαβίτσας για τον ¶η Νικόλα και το τιμόνι:

"Tο καράβι είναι κατασκεύασμα των διαβόλων. Έκαμαν ένα τρικούβερτο ξύλο κι εβγήκαν διαλαλητάδες σ' όλη τη γη: Eμπρός ελάτε ψυχές στριμμένες, παθιασμένοι κόσμοι, μάτια κλεισμένα στο μυστήριο, ελάτε μέσα και θα το γνωρίσετε αμέσως! Kαι αμέσως τα μάτια τα κλειστά, οι παθιασμένοι κόσμοι, οι στριμμένες ψυχές έτρεξαν κοπάδι από της γης τα πέρατα, κατέβηκαν στην ακρογιαλιά, εμπήκαν στο καράβι. Tι τόπους θα χαρούν, τι χαρές θα γνωρίσουν, πόσα χρήματα θα βγάλουν στη στιγμή!

Eκεί προβάλλει κι ένα γεροντάκι ταπεινό και παραπονιάρικο.

― Nά'μπω μέσα κι εγώ; ρωτάει τον καπετάνιο.

― Έμπα, του λέγει εκείνος, έμπα μέσα και συ, έμπα σύνταχα.

― Nα πάρω και το ξυλάκι μου μαζί;

― Πάρ' το το χάτσαλο.

Eμπήκε μέσα το γεροντάκι , έκατσε κατάνακρα στην πρύμη του καραβιού. ¶νοιξαν οι ναυτοδιαβόλοι τα πανιά, έτριξαν τα ξάρτια, πήρε δρόμο στ' ανοιχτά το ξύλο.

― Kαλό μας κατευόδιο, ευχήθηκαν συνατοί τους οι ταξιδιώτες.

― Kαλό σας κατευόδιο, χα! χα! χα!... Kαλό σας κατευόδιο, χα! χα! χα!... εχούγιαξαν από πρύμη σε πλώρη οι ναυτοδιαβόλοι.

Kαι το χουγιατό βοριάς εγίνηκεν ευθύς και ανατάραξε απ' άκρη σε άκρη τη θάλασσα. Όρος το κύμα σηκώνεται μπροστά, πύργος ακλόνητος ψηλώνει πίσωθε, από τα πλάγια λύκοι χυμούν απάνω του. Eκέρωσαν οι ταξιδιώτες οι άμαθοι. Kαπνός εσκόρπισαν εμπρός τους οι χαρές, οι τόποι, τα χρήματα. Kόρακας ο φόβος φωλιάζει μέσα τους, ξεσχίζει τους τα σπλάχνα, ρουφά το αίμα τους. Tο πλοίο γέρνει δεξιά, γέρνει ζερβά, πηδά πίσω κι εμπρός βαρβάτο πήδημα και τα νερά το πνίγουν, κουρσεύουν, το πατούν. Oι διαβολοναύτες στα ξάρτια σκαρφαλωμένοι τραγουδούν αμέριμνα, αναμπαίζουν πειραχτικά τους ταξιδιώτες, γελούν με την εμπιστοσύνη και την ελπίδα τους.

― Kαλό ταξίδι, καλό κι αιώνιο! φωνάζουν πάντοτε.

Όμως το καράβι, όσο κι αν πατιέται και αν κινδυνεύει, δεν πνίγεται. Παλεύει κι ανδρειεύεται σαν να έχει ψυχή μέσα του. Ψυχή γιγαντωμένη, Kι είναι ψυχή του ο γέροντας που κάθεται στην πρύμη του κι είναι οδηγός του το ξυλάκι, το χάτσαλο. Mα εκείνο παίρνει δρόμο, λοξεύει στα ψηλά κύματα, φεύγει την ορμήν και τη λύσσα τους. Kι ενώ οι διαβολοναύτες τον όλεθρό τους προσδοκούν, κι ενώ οι ταξιδιώτες κλαίνε τη μοίρα τους και τα νερά με πόθο περιμένουν να κλωθοπαίξουν στο σκαρί του, εκείνο σχίζει το μαύρο σύγνεφο και αράζει σε λιμάνι ήμερο και γελαστό!

― Δόξα στον σωτήρα! δόξα στον γέροντα!... ξεσπά σύγκαιρα τρανή φωνή από το στόμα των ταξιδιωτών.

― Kατάρα! απαντά σαν αστροπέλεκο η φωνή των διαβόλων.

Kαι τα νερά του κόρφου δέχονται λαχταρώντας τους ναύτες και τον καπετάνιο τους, τον καπετάνιο και το μίσος του. Eσώθηκεν όμως ο κόσμος. Eγύρισε καθένας στη χώρα του, αγάπησε τους τόπους, υπόμεινε τα πάθη, εσεβάσθηκε το μυστήριο. Kαι δεν δοξολογά παρά τον ¶ι-Nικόλα, τον γέροντα.

Oι διαβόλοι έχτισαν το καράβι, μα ο ¶ι-Nικόλας έκαμε το τιμόνι του."

νικ1.jpg

Τέλος, παραθέτω κι έναν ακόμη μύθο για τον άγιο που κατέγραψε ο λαογράφος μας Νικόλαος Πολίτης, στο δίτομο έργο του "Παραδόσεις":

"Κάτω απ'τη βορεινή κορυφή του Υμηττού, στην ανατολική ράχη, είναι μια σπηλιά που λέγεται Σπηλιά του λιονταριού, γιατί σ'αυτή κατοικούσε τον παλαιόν καιρό ένα φοβερό λεοντάρι που έφερνε μεγάλη καταστροφή γύρω. Απ'αυτό εμποδίζονταν οι χριστιανοί να πηγαίνουν στην εκκλησιά του αγίου Νικολάου, που είναι εκεί κοντά, δυτικά απ'την Κάντζα. Και η εκκλησιά έμενε έρημη και αλειτούργητη πολλά χρόνια.

Όταν μια φορά, την παραμονή του αγιού Νικολάου, εφάνη ο άγιος σε πολλούς χωριάτες στον ύπνο τους και τους είπε να πάνε το πρωί άφοβα στην εκκλησιά. Και πραγματικώς επήγαν. Το λεοντάρι, όταν μαζεύτηκαν στην εκκλησιά, όρμησε κατά πάνω τους να τους φάγει. Αλλά μόλις έφτασε μπροστά στην εκκλησιά, βγήκε από μέσα ο άγιος και το χτύπησε δυνατά και το μαρμάρωσε. Και έτσι μαρμαρωμένο είναι εκεί ως τα τώρα. (Αττική)"


Τα Νικολοβάρβαρα!

"Νικολίτσι, Βαρβαρίτσι,

Σάββα τ'ήθελες στη μέση;"

Δεύτερος στη σειρά και λιγότερο γνωστός (η παραπάνω παροιμία λέγεται, φυσικά, με την έννοια "τί γυρεύουν οι μικροί ανάμεσα στους μεγάλους;"), μεταξύ του πολυθρύλητου και θαλασσοδαρμένου ¶η-Νικόλα (βλ.: http://firiki.pblogs.gr/2007/12/toy-a-nikola-twn-naytikwn-kai-toy-hionioy.html) και της προστάτιδας Αγια-Βαρβάρας (βλ.: http://firiki.pblogs.gr/2007/12/oi-paradoseis-mas-ki-h-agia-barbara.html), γιορτάζεται ο ¶γιος Σάββας. Πρόκειται για τα λεγόμενα "Νικολοβάρβαρα", τρεις μεγάλες γιορτές, στο έμπα του Δεκέμβρη, στο καλωσόρισμα του χειμώνα. Πλήθος δοξασίες, παροιμίες κι έθιμα του λαού μας, σχετίζονται με τις ημερομηνίες τούτες, που συνήθως αντιστοιχούν στα πρώτα κρύα, στις πρώτες παγωνιές και χιονοπτώσεις κι έτσι ήτανε σημαδιακές για τον άνθρωπο της υπαίθρου, τον άνθρωπο που πάλευε καθημερινά με τα στοιχεία της φύσης, που κυριολεκτικά βίωνε τις αλλαγές του κλίματος και τον εποχών. Τούτοι οι άγιοι είναι τόσο συνδεδεμένοι με τον ερχομό της βαρυχειμωνιάς, που πλήθος σχετικές παροιμίες έπλασε ο λαός μας:

"Απ'τα Νικολοβάρβαρα αρχίζει κι ο χειμώνας!"  

"Τ'άη-Νικολοβάρβαρα κι οι τοίχοι αποξυλώσανε!"

"Νικολίτσα, Βαρβαρίτσα μπρος οπίσω ο χειμώνας."

"Τ'άη Νικολοβάρβαρα κάνει νερά και χιόνια!"

"Αγιά Βαρβάρα μίλησε κι ο Σάββας απλοήθη:

Μαζώχτε ξύλα κι άχερα και σύρτε και στο μύλο

τι ¶γιο Νικόλας έρχεται τα χιόνια φορτωμένος!"

"Η Αγιά Βαρβάρα γέννησε κι ο ¶η-Σάββας το εδέχθη

κι ο ¶η-Νικόλας έτρεξε να πάει να το βαφτίσει" (το χιόνι)

"Τα Νικολοβάρβαρα κατεβασιές και χιόνια,

μπουράσκες και τελώνια!"

"Τα Νικολοβάρβαρα σιμά στο σταύλο!"

χιο.jpg

Σήμερα, 5 Δεκεμβρίου, λοιπόν, γιορτάζουμε τον ¶γιο Σάββα, τον ¶γιο Σάββα που "σαβανώνει" καθώς λέει το όνομά του:

"Η Αγιά Βαρβάρα βαρβαρώνει,

ο ¶η-Σάββας σαβανώνει

κι ο ¶η-Νικόλας παραχώνει."

Αν και τούτοι οι στίχοι, κατά βάση αναφέρονται στο χιονιά, υπάρχει κι η εκδοχή πως ο ¶η Σάββας σαβανώνει τους νεκρούς και προσπαθεί να τους δώσει μια "καλύτερη θέση" στον Κάτω Κόσμο, ενώ, από την άλλη, προσπαθεί να απομακρύνει το θάνατο από τους ζωντανούς, ως άγιος προστάτης και θεραπευτής. Τη μέρα τούτη, σε κάποιες περιοχές, συνηθίζουν να φτιάχνουν φάβα στη μνήμη του, όπως καταγράφει και το λαϊκό δίστιχο:

"Του ¶η-Σάββα,

 τρώνε φάβα!"

Αναφέρει ο Βασίλης Λαμνάτος στο βιβλίο του "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας":

"Την άλλη μέρα απ'τη γιορτή της Αγίας Βαρβάρας, είναι η γιορτή του Αγίου Σάββα στις 5 του Δεκέμβρη και την επόμενη μέρα η γιορτή του Αγίου Νικολάου στις 6 του μήνα. Γι'αυτό ο λαός μας λέει πως: "Αη-Βαρβάρα γέννησε Σάββα κι Αη-Νικόλα", κι ακόμα "Αγιά Βαρβάρα μίλησε και Σάββας απεκρίθη κι ο ¶η-Νικόλας έφτασε με χιόνια φορτωμένος" ή "η Αη-Βαρβάρα βαρβαρώνει, ο Αη-Σάββας σαβανώνει κι ο ¶η-Νικόλας παραχώνει."

Και τις τρεις αυτές γιορτές, πού'ρχονται με τις πρώτες μέρες του Δεκέμβρη, ο λαός μας τις λέει μ'ένα όνομα: "Νικολοβάρβαρα". "Μπρος πίσω τα Νικολοβάρβαρα, πέφτουν χιόνια Τάρταρα", λένε οι ξωμάχοι μας. Τα Τάρταρα έχουν εδώ μεν τη χάρη της παράχησης, αλλά ο λαός μας έβαλε αυτή τη λέξη (Τάρταρα) για να δώσει πιότερη έμφαση στο παγερό κρύο του Δεκέμβρη."

Τώρα, αν περιμένουμε κρύα και χιόνια, αλλά δεν τα βλέπουμε, τούτες τις μέρες, δε σημαίνει πως τα γνωμικά του λαού μας, που βασίζονται σε αιώνες παρατήρησης και εμπειρίας, έπεσαν έξω ή είναι λαθεμένα, απλά στην εποχή μας, καθώς "τά'παιξε" ο άνθρωπος, "τά'παιξε" και ο καιρός... Τι να κάνει κι αυτή η έρ'μη η Πλάση τόσα που τραβάει με μας που της λάχαμε...!

χιο.1.jpg


Δεκέμβρης

χειμ.jpg

"Δεκέμβρης θα ειπεί χειμώνας και, μάλιστα, βαρύς και τσουχτερός. Είναι μήνας, πέρα για πέρα, χειμωνιάτικος και μήνας που περονιάζει ανθρώπους και ζωντανά με το παγερό του χνώτο. "Βλάχε μου πότε κρύωσες; Αυτού κοντά τ'¶η-Αντριώς, του γέρου Νικολάου". Έτσι λέει η παροιμία για να επισημάνει πιότερο το πολύ κρύο του Δεκέμβρη και για να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην εμφάνισή του, που συμπίπτει απόλυτα με το έμπα του χειμώνα.

Έχω δε ακούσει πολλούς ξωμάχους να λένε τον Δεκέμβρη "καρδιά του Χειμώνα".

Κι είναι, πράγματι, ο Δεκέμβρης πιότερο απ'τον Γενάρη, η καρδιά του Χειμώνα, γιατί τα κρύα την εποχή αυτή είναι πολύ πιο αισθητά και παγερά τόσο στις πεδινές περιοχές, όσο και στα νησιά μας. Οι άνθρωποι κλείνονται στα σπίτια τους κι οι υφάντρες κουβεντιάζουν με τους κάρινους αργαλειούς τους στα κατώγια και συχνομιλούν με τις γοργές τους σαϊτες και με τα πλουμιστά κεντήδια των υφαντών. Και θά'ταν η ζωή για τον υπαίθριο λαό μας πολύ μονότονη, αν δεν κουβαλούσε μαζί του τούτος εδώ ο μήνας ένα σωρό γιορτάδες και γιορτάσια, π'αλλάζουν τη μονοτονία και σκορπούν χαρές και γλέντια στα κονάκια των ξωμάχων μας." (Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας")

χειμ2.jpg

Καλωσορίζουμε, λοιπόν, το Δεκέμβρη, τον πρώτο μήνα του χειμώνα και τελευταίο του έτους, παρόλο που η ετυμολογία του (δέκα, decem) προδίδει πως κάποτε αριθμούσε τον δέκατο μήνα της χρονιάς, τότε που ως αρχή του έτους λαμβάνανε την εαρινή ισημερία. Αφ'ότου, όμως, ο Ιούλιος Καίσαρας καθόρισε την 1η Ιανουαρίου ως αρχή του έτους, ο Δεκέμβρης μας μπήκε τελευταίος στη σειρά κι ανακηρύχθηκε δωδέκατος!

Όσο για την παλαιότερη ονομασία του, ο Δεκέμβριος υπολογίζεται πως "χονδρικά" αντιστοιχεί στον έκτο μήνα των αρχαίων Ελλήνων, τον καλούμενο Ποσειδεών (ή Αλαλκομένιο των Βοιωτών και Διόσθυο των Λακεδαιμονίων, καθώς η ονομασία των μηνών ποικίλλε ανά τις πόλεις-κράτη της αρχαίας Ελλάδας).

χειμ3.jpg

"Τον Δεκέμβρη οι αρχαίοι μας τον έλεγαν Ποσειδεών κι ήταν ο έκτος μήνας του αθηναϊκού έτους. Το όνομά του το πήρε απ'τις θυσίες που γίνονταν το μήνα αυτό στο θεό της Θάλασσας, τον Ποσειδώνα κι είχαν ως σκοπό οι θυσίες αυτές να καλμάρουν λίγο τα θυμώματα του Πελάγιου θεού."  (Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας")


στο κατώφλι του χειμώνα..

ξύλα2.jpg

Μέσα σ'όλες τις προετοιμασίες για τον επερχόμενο χειμώνα, συγκαταλέγεται κι η προμήθεια και αποθήκευση των ξύλων. Γιατί χειμώνας χωρίς ξύλα, τουλάχιστον στο χωριό, δε βγαίνει! Ακόμα κι εκείνοι που έσπευσαν να αντικαταστήσουν τις ξυλόσομπες με καλοριφέρ πετρελαίου, θα φροντίσουνε να εφοδιαστούν με ξύλα, έστω, για τη γλυκιά θαλπωρή του αναμμένου τζακιού που συντροφεύει τις ψυχές τις κρύες νύχτες του χειμώνα.

ξύλα1.jpg

Όταν, μάλιστα, θερμαίνεις αποκλειστικά με ξύλα το σπιτικό σου -όπως εγώ, καλή ώρα- η πρώτη σου έγνοια με το που σ'αποχαιρετά το καλοκαίρι είναι να κάνεις το κουμάντο σου για νά'χεις ζεστασιά τους δύσκολους μήνες που ακολουθούν. Και δεν είναι εύκολη η διαδικασία, ιδιαίτερα αν κατοικείς μακριά από το δρόμο, οπότε τα ξύλα τα μεταφέρουνε με άλογα και μουλάρια..

ξύλα3.jpg

Και μιλάμε για κάμποσα τονάκια! Γιατί ο χειμώνας, δεν αστειεύεται εδώ! Το χιόνι μπορεί να φτάσει και τα δυο μέτρα! Η παγωνιά σε διαπερνά.. Και τα ξύλα πρέπει να στοιβαχτούν με τεχνική και καλλιτεχνία (!) σε ντάνες ψηλές και στέρεες, σε μέρος προφυλαγμένο από το νερό.

ξύλα4.jpg

Πέρα από την όποια ταλαιπωρία, όλη τούτη η ιστορία έχει τη γοητεία της.. Το πρωινό καφεδάκι διακόπτεται από τα ποδοβολητά των ζώων στο πετρόχτιστο καλντερίμι.. κι άντε να προλάβουμε να τα θηκιάσουμε τα πρώτα, μέχρι να φτάσει το επόμενο αγώγι. Κι η μυρωδιά, τούτη η υπέροχη μυρωδιά, του φρεσκοκομμένου ξύλου, να πλανιέται σ'όλη τη γειτονιά. Κι από ένα κόκκινο τριαντάφυλλο να καρφιτσώσουμε στο μέτωπο κάθε αλόγου, που μέχρι να ξεκινήσει για την επόμενη στράτα μασουλάει αχόρταγα το χορτάρι στις γωνιές.. Κι άντε ένα τσιπουράκι στα όρθια, μόλις ξεφορτώσουμε, για τον "καλό χειμώνα"! ¶ντε και του χρόνου, νά'μαστε καλά...