του ¶η-Γιώργη του φτωχού, του Μεθυστή, του Σποριάρη..`

Σήμερα (3 Νοεμβρίου), εορτάζεται η μνήμη του ¶η-Γιώργη του "μικρού" ή του "φτωχού", όπως τον ονομάτισε ο λαός μας για να τον διακρίνει από τον άλλο ¶η-Γιώργη, το μεγάλο, τον Τροπαιοφόρο. Τούτος, ο Αη-Γιώργης, ο μικρός, κατέληξε και ξεχασμένος, πλέον, μπροστά στην επιβλητική μορφή του συνωνόματού του φημισμένου δρακοντοκτόνου καβαλάρη! Κι όμως, ο λαός μας με την πλούσια φαντασία του είχε βρει και για αυτόν θέση στο γιορτάσι του, τότε που τις ημέρες τις χρωματίζανε κάθε λογής έθιμα και εποχιακές ασχολίες! Τούτος ο Αη-Γιώργης, λοιπόν, βαφτίστηκε Σποριάρης, καθώς σε πολλές περιοχές της χώρας μας γίνεται η σπορά τη μέρα της γιορτής του, αλλά και Μεθυστής, καθώς σε κάποια μέρη του τόπου μας ανοίγουν τα βαρέλια με το καινούριο κρασί αυτή τη μέρα.

Α.Μ.4.jpg

Αναφέρει ο λαογράφος μας, Δημήτριος Λουκάτος ("Τα φθινοπωρινά"):

"Ορόσημο για τα καινούρια κρασιά, πιο βιαστικό κι επίσημο, είναι, όπως είδαμε, ο άι-Δημήτρης. Όπου όμως υπάρχει εκκλησιά του άι-Γιώργη, προτιμούν αυτόν για τα κρασιά τους, πολύ περισσότερο όταν τον γιορτάζουν και τον Νοέμβρη. Π.χ. στην Κρήτη:

Πάντα τσι τρεις του Νοεμπριού και τσ' εικοστρείς τ' Απρίλη, πανηγυράκι γίνεται στ' ¶ι-Γιωργιού τη χάρη...

Ο καιρός στην Κρήτη είναι "καλός" και τον Νοέμβρη. Γι' αυτό και στα ξωκλήσια της του άι-Γιώργη (όπως π.χ. κοντά στο Ρέθυμνο) οι πανηγυριστές παίρνουν μαζί τους μπότσηδες ή νταμιτζάνες, με "νιο κρασί" και καλοπίνουν. (Α.Χατζηγάκη, Εκκλησίες της Κρήτης, Ρέθυμνο 1954)

Πιο τελετουργικά τα πράγματα στη Δωδεκάνησο. Σε περιγραφή του, από το χωριό Σπώα Καρπάθου, ο τώρα Πρωτοπρεσβύτερος στην ελληνική Αγία Τριάδα του Μόντρεαλ (Καναδά), Κωνσταντίνος Χαλκιάς, γράφει για το 1975: Μεταξύ των πολλών εθίμων, των διατηρηθέντων μέχρι σήμερον εις το χωριό μας, είναι και το άνοιγμα των κρασιών κατά την ημέραν αυτήν (3 Νοεμβρ.). Διό και ονομάζεται η ημέρα: τ' ¶ι-Γιωργιού του Μεθυστή... Είναι εξόχως λαμπρόν, αλλά και λίαν συγκινητικόν το θέαμα, καθ' ην στιγμήν καταφθάνουν εις την Τάβλαν (στο πανηγυρικό τραπέζι, με το άφθονο κρέας και τα φαγητά για όλους τους πανηγυριστές, από τον Δεσπότη και τους επισήμους, ως τους άγνωστους ξένους και τον παραμικρό χωριανό) αι γυναίκες του χωριού μας, με τις λαϋνες, τους μαστραπάδες και τις τσότρες, γεμάτες από κρασί, που πήραν από τα κιούπια και τα πανωπίθια (μεγάλα πιθάρια), που άνοιξαν για την εορτήν του αγίου Γεωργίου, πολιούχου του χωριού μας. Όλοι ανεξεραίτως οι προσκυνηταί είναι υποχρεωμένοι να γευθούν τα κεράσματα των γυναικών όλων, που, τα ευλογημένα, υπερβαίνουν πολλάκις τα 40-50! ¶κεφος ή αμέθυστος, την ημέραν αυτήν, δεν είναι δυνατόν να μείνει κανείς εις τα Σπώα... (βλ.Νισυριακά Χρονικά-εκδ. Εταιρίας Νισυριακών Μελετών, τομ.5, Αθ.1976)"

Α.Μ.jpg

Αλλά, όπως είπαμε, τούτος ο ¶η-Γιώργης, εκτός από Μεθυστής, είναι και Σποριάρης. Έτσι, κάποιες συνήθειες της μέρας της εορτής του αποβλέπουν στην αφθονία της καρποφορίας. Καταγράφει ο γνωστός λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"), σχετικά:

"Στη Λάρδο της Ρόδου, για παράδειγμα,

οι γεωργοί βάλουν σε μια σκάφη το σπόρο και ανάφτουν τρία κεριά. Μέσα στο σπόρο ανακατεύουν διαφόρους καρπούς και λίγο σιτάρι, που το είχαν φυλαγμένο στο σακουλάκι της περασμένης αρχιχρονιάς. Από τη σκάφη αυτή βάλλουν λίγο σπόρο στο δισάκι και μαζί ένα ρόδι, που θα το φάγουν σαν 'ποσπείρουν. (Αν.Βρόντης, Λαογρ.ΙΑ', ΙΒ' 1934, 1938-48)).

Ιδιαίτερα το ρόδι, ως σύμβολο της αφθονίας, δεν λείπει από τη σποροσακούλα του γεωργού. Στην Επίδαυρο την ημέρα που θα σπείρουν

βαίνουν μέσα στο σακί το σπόρο (που βλογήθηκε του Σταυρού στην εκκλησία), ένα ρόιδο αλάκερο και το πρωί πρωί για να μην κάμουν κακό απάντημα, πάνε στο χωράφι. Ζεύουν τα βόδια και, πριν αρχινήσουν το σπόρο, παίρνουν το ρόιδο και το βαράν απάνω στο ενί (υνί) του αλετριού, ανακατεύουν κάμποσα σπειριά ρόιδο με τον σπόρο στην ποδιά τους, και τον πετάνε λέγοντας Καλά μπερκέτια! ¶μα ρίξουνε μια σποριά, δηλαδή ένα στρέμμα, κάθουνται και τρώνε τ'άλλο ρόιδο κι ευκείωνται.(Ευαγγελίδης, Λαογρ.Γ', 1911)

Στα Βούρβουρα της Κυνουρίας

όταν πρωταρχίσουν να σπείρουν, βάζουνε μεσ' στο σπόρο καρύδια, ρώγες από σταφύλι κι ένα ρόιδο. Τα σπέρνουν μαζί με το σπόρο χάμω στη γη και λένε: Να γένει το γέννημα γλυκύ σαν το σταφύλι, τσουπωτό σαν το ρόιδο και αφράτο και άσπρο σαν το καρύδι.(Επετηρίς Βουρβούρων 1939) "

Α.Μ.2jpg.jpg

Και, προσθέτει, ο Δημήτριος Λουκάτος ("Τα φθινοπωρινά"):

"Όσο για το "Σποριάρη" άγιο Γεώργιο, τον έχουν ευλογητή (και ενθυμητή) της σποράς τους όλοι οι Δωδεκανήσιοι, και οι (νοτιότεροι) Κύπριοι.

"Μεταχριστιανικόν Τριπτόλεμον" ονομάζει τον Νοεμβριανό ¶ι-Γιώργη, ο παλιός Ρόδιος λαογράφος Αναστάσιος Βρόντης. Σκορπίζει, λέει, κι αυτός στους κόλπους της γης τα δώρα της Δήμητρας. Την ημέρα της γιορτής του οι Ρόδιοι χωρικοί βγαίνουν για σπορά:

Από το πρωί, νυχάτα, σηκώνεται κάθε νοικοκυρά και θυμιάζοντας (λιβανίζοντας) βάλλει τον σπόρο του σιταριού στο δισάκι, που χρησιμοποιούν οι γεωργοί στη σπορά. Μαζί με τον σπόρο βάλλουν ένα σκόρδο, κρομμύδι, καρύδι.... σησάμι, κι ακόμα ένα ρόδι, που το τρώγουν οι γεωργοί σαν αποσπείρουν, λέγοντας: "Όσα κλωνιά, τόσα κιλά (χωρητικότητας)". Στην εκκλησία, εκείνη την ημέρα, πηγαίνουν πεντάρτι (αρτοκλασία με 5 άρτους) που το φτιάχνουν με κοινόν έρανον σταριού (οι γειτόνισσες).

Και κάτι που προσέχουν ομοιοπαθητικά: Ίσαμε ν'αποσπείρουν, πολλοί από τους γεωργούς δεν ξυρίζουνται.

Στην Κύπρο, τ'άι-Γιωργιού του Σπόρου, εκτός από το ξεκίνημα της σποράς οργανώνουν ζωοπανήγυρη, την ημέρα αυτή, (κοντά στη Λάρνακα) και παρακαλούν τον άγιο να βρέξει για τα οργώματα και για το χορτάρι - τροφή των ζωντανών τους. (Κυπριακά χρονικά, τομ.4).

Α.Μ.3.jpg

Και, μιας και αναφέρθηκε ο Τριπτόλεμος, ας τον θυμηθούμε κι αυτόν.. ας προστρέξουμε λίγο στην πολύτιμη ελληνική μυθολογία μας που πολλά πλούτη κρύβει.. Αναφέρει το "Λεξικόν των αρχαίων μυθολογικών, ιστορικών και γεωγραφικών κυρίων ονομάτων" υπό Νικολάου Λωρέντη (1837):

Τριπτόλεμος-.jpg

Τριπτόλεμος-Απολλόδωρος copy.jpg

Ομηρικός Ύμνος-Τριπτόλεμος.jpg

Τριπτόλεμος-Πλάτων-- copy.jpg



Αηγιωργήτικα..

%u03B1%u03B3%u03B9%u03BF%u03C2%u03B3%u03B5%u03CE%u03C1%u03B3%u03B9%u03BF%u03C23.jpg

Είναι τόσες οι παραδόσεις, οι θρύλοι, τα έθιμα, τα τραγούδια κι οι δοξασίες για τον Αϊ Γιώργη και τη μέρα τούτη, που δε θα χωρούσαν ούτε για αστείο σε μια εγγραφή. Του Αϊ Γιωργιού σήμερα, του καβαλάρη Αγίου, που κατέχει ξέχωρη θέση στην ψυχή του λαού μας. Ο Αϊ-Γιώργης ο καβαλάρης ιππότης που σκότωσε το δράκοντα κι έσωσε τη βασιλοπούλα και τη χώρα, ο Αϊ-Γιώργης, ο αήττητος στρατηλάτης και τροπαιοφόρος, ο μεγάλος προστάτης των Ελλήνων από τους Τούρκους τα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς κι ο προστάτης του πεζικού και του στρατού ξηράς σήμερα, ο άγιος υπερασπιστής των φτωχών, ο άγιος απελευθερωτής των αιχμαλώτων, ο Αϊ-Γιώργης της άνοιξης, των κτηνοτρόφων και των γεωργών, ο Αϊ-Γιώργης ο θαυματουργός. ...

 

 

«`Αγιε μου Γιώργη στρατηγέ και μέγα καβαλάρη,

αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι.

Στη δόξα και στη δύναμη θέλω να σ'αναβάλλω,

που σκότωσες τον λέοντα, το δράκο το μεγάλο,

που ήταν μες στη χώρα μας μες σε βαθύ πηγάδι.

Ανθρώπους τον ταϊζανε κάθε πρωί και βράδυ

κι όταν δεν είχαν να του παν άνθρωπο να δειπνήσει,

σταλιά νερό δεν άφηνε, η χώρα να δροσίσει....»

 

%u03B1%u03B3%u03B9%u03BF%u03C2%u03B3%u03B5%u03CE%u03C1%u03B3%u03B9%u03BF%u03C22.jpg

«Ο `Αγιος Γεώργιος σκοτώνει το Δράκο και σα μιας μικρότερης, αλλά πάντα θείας δύναμης, φορέας, νικά όπως ο Χριστός το Σατανά. Έτσι ο `Αγιος αποκτά ακόμα μεγαλύτερη αίγλη, εκείνην που θέλει να του αποδώσει η παραλλαγή και όχι ο αρχικός του μύθος που περιορίζεται στη Δρακοντοκτονία.» (Μ.Μιχαήλ-Δέδε, «Γιορτές-έθιμα και τα τραγούδια τους»)

 

Την εποχής της Τουρκοκρατίας, ο Δράκος έπαιρνε τη μορφή του Τούρκου κατακτητή. Ο Αϊ Γιώργης αποτελούσε προστάτη του υπόδουλου Έλληνα αλλά κι «οπλαρχηγό-άγιο» των επαναστατημένων αγωνιστών.

 

«`Αγιε μου Γιώρη καλά το λέει τ'αηδόνι

καλά το λέει τ'αηδόνι μεσ'του Γουλά τ'αλώνι.

Πόσες φορές με γλίτωσες βρε Αϊ Γιώρη

πόσες φορές με γλίτωσες απ'των Τουρκών τα χέρια ...»

 

Ο καβαλάρης άγιος «συμμετείχε» στις μάχες, στο πλευρό των επαναστατημένων Ελλήνων, συνεισφέροντας στη νίκη..

 

«Πάντως και οι αρματωλοί κι οι κλέφτες μας ξεκινούσαν «την ημέρα τ'αϊ-Γιωργιού», για τις επιχειρήσεις τους και, στην Επανάσταση του 1821, τα πρώτα μπαϊράκια έδειχναν, για θρησκευτική και ψυχολογική ενθάρρυνση, τον αϊ-Γιώργη.» (Δ.Λουκάτος, «Πασχαλινά και της άνοιξης»)

 

Ο Μάρκος Μπότσαρης στο Σούλι, υψώνει στις 26 Οκτωβρίου 1820 λευκή σημαία με τον Αϊ-Γιώργη στη μέση και την επιγραφή «ελευθερία, θρησκεία, πατρίς».

%u03AC%u03B3%u03B9%u03BF%u03C2%u03B3%u03B5%u03CE%u03C1%u03B3%u03B9%u03BF%u03C2.jpg

Ο Αθανάσιος Διάκος είχε λευκή σημαία με τον `Αγιο Γεώργιο στη μέση και την επιγραφή «ελευθερία ή θάνατος». Αλλά και οι Πελοποννήσιοι συνήθιζαν να απεικονίζουν στα μπαϊράκια τους τον `Αγιο Γεώργιο ή τον `Aγιο Δημήριο με την επιγραφή «εν τούτω νίκα».

 

Η λαική λατρεία, όμως, του καβαλάρη αγίου, δεν περιοριζόταν μονάχα στις στρατηγικές του ικανότητες και στη θεία δύναμή του, αλλά συσχετιζόταν και με το ανοιξιάτικο τοπικό κλίμα της γιορτής του. Στη συνέχεια παραθέτω, μερικά μονάχα, αποσπάσματα, από τα τόσα έθιμα που λάμβαναν χώρα στον τόπο μας την ημέρα της εορτής του, ξεκινώντας με μια αναφορά στην ετυμολογία του ονόματός του:

 

«Το όνομα «Γεώργιος», ελληνικότατο, είναι πνευματική μεταφορά από την αγροτική μας ζωή, και βγαίνει από το ουσιαστικό «γεώργιον», που σημαίνει κτήμα ή χωράφι καλλιεργούμενο (ή καλλιεργήσιμο). Γίνεται όμως και επίθετο: «γεώργιος», για τον άνθρωπο που επιδέχεται την πνευματική καλλιέργεια, ή που τον επέλεξε γι'αυτό η Μοίρα ή ο Θεός. («Χριστού γεώργιον» ονομάζεται στην Υμνογραφία του, ο άγιος Γεώργιος).» (Δ. Λουκάτος, «Πασχαλινά και της άνοιξης»)

 

«Η γιορτή του αγίου Γεωργίου, καθώς συμπίπτει με την εποχή που η φύση στην Ελλάδα λουλουδίζει, θεωρείται και αρχή καλοκαιριού. Παρουσιάζει λοιπόν πολλές ομοιότητες με τις άλλες ανοιξιάτικες γιορτές και κυρίως με τη γιορτή της Πρωτομαγιάς, την κατεξοχήν λαϊκή γιορτή της άνοιξης. Γι'αυτό και πολλά έθιμα της ημέρας αυτής είναι από τα έθιμα που τελούνται από το πέρασμα μιας εποχής του έτους σε άλλη. Π.χ. στο Ναίμονα (Αίμο) της Θράκης, «τ'Αϊ-Γιωργιού (και την Πρωτομαγιά) παγαίναν'νε τα κορίτσια νυχτίτσα στο νερό, κόβ'νε πρασινάδα και βαν'νε στα μπακίρια και στις πόρτες του σπιτιού' καν'νε και σταυρό'πέ το πρασινάδ' την όξω πόρτα (πρασινίζ'νε την πόρτα). Στ'αχίρ', γελάδια, βόδια άμα νέχ' κανείς, παίρν' πε το δάχλο κοπριγιά και καν'σταυρό στ'χιριού την πόρτα κείν'τη μέρα.»

Ζητούν δηλαδή να προφυλάξουν το σπίτι και τα ζώα τους από το κακό, από τα μάγια και τη βασκανία, την οποία στην αρχή κάθε χρονικής περιόδου προσπαθούν με διάφορα αντιμαγικά μέσα ν'αποτρέψουν. Σε μερικούς τόπους, όπως στο Κωσταράζι της Καστοριάς, γυναίκες και κορίτσια αφού πάρουν νερό απ'τη βρύση πάνε στα χωράφια και τυλίγονται στις πρασινάδες και βάζουν για καλό στις πόρτες, στα παράθυρα, όπως την Πρωτομαγιά.

[ ...]

Ο άγιος Γεώργιος λατρεύεται ιδιαίτερα από τους βοσκούς. Σ'αυτό μάλλον συντέλεσε η σύμπτωση της γιορτής του με την εποχή, κατά την οποία οι βοσκοί αφήνουν τα χειμαδιά και ανεβαίνουν στα βουνά, για να βοσκήσουν τα κοπάδια τους και να τυροκομήσουν.» (Γ.Α.Μέγας, «Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας)

 

«Για τους τσοπάνηδες, η γιορτή τ'Αη Γιώργη, του καλοσυνάτου Αγίου, είναι μια δεύτερη Λαμπρή. Πανηγυρίζει όλο το βλάχικο απ'άκρη σ'άκρη. Σείεται όλος ο τόπος. Θα σφάξουν δε, και στη γιορτή του Μεγαλομάρτυρα αρνιά σαν το Πάσχα, που τα λένε «αηγιωργίτσηδες». Θα φάνε, θα πιουν, θα χορέψουν και θα γλεντήσουν και με το παραπάνω. Αυτή τη μέρα του Αγίου που διαφεντεύει με τη δύναμή του κοπάδια και τσελιγκάτα, θα κανονίσουν κι όλες τις προθεσμίες και τις τσοπανοδουλειές τους, γιατί απ'Αη -Γιωργιού σ'Αη-Γιωργιού είναι χρόνος για τους τσελιγκάδες. Γι'αυτό, από μερικούς και γνωστικούς τσοπάνηδες θ'ακούσεις να λένε τη δεύτερη μέρα της Λαμπρής που γιορτάζεται τις πιότερες φορές ο Αη-Γιώργης, «αρχίμερα της βλαχουριάς» ή «πρωτοχρονιά της βλαχουριάς».

Παλιότερα, αλλά και σήμερα ακόμα, τη δεύτερη μέρα της Πασχαλιάς οι τσοπάνηδες συνηθίζουν να αγωνίζονται στο πέταγμα του λιθαριού, στη δοκιμή της δύναμης των χεριών, στο πάλεμα, στο τρέξιμο, στο πήδημα και στο σημάδι.» (Β. Λαμνάτου, «Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας»)

 

«Η εποχή και πιθανώς οι άθλοι που αποδίδονται στον άγιο Γεώργιο παρακινούν αυτούς που γιορτάζουν τη μνήμη του να κάνουν και αγώνες δρόμου, ιπποδρομιών, πάλης, κλπ.

Είναι χαρακτηριστικά για το παραδοσιακό φίλαθλο πνεύμα των Ελλήνων όσα τελούνται στην Αράχωβα της Παρνασσίδας. Εκεί, το πανηγύρι κρατάει τρεις μέρες. Μετά τη λειτουργία γίνεται το τρέξιμο των γερόντων. Οι γέροντες πάνε στο στάδιο και παραβγαίνουν κι όποιος πάει πρώτος παίρνει ένα αρνί. (Το στάδιο είναι απότομος κοίλος κατήφορος, γεμάτος κροκάλες. Τρέχουν από κάτω προς επάνω ξυπόλυτοι' επάνω είναι το αρνί ή το κριάρι, βραβείο του νικητή, που δίνεται από τους κτηνοτρόφους για το καλό των κοπαδιών.). Τη δεύτερη μέρα γίνεται το πήδημα και την Τρίτη μέρα η πάλη και η σφαιροβολία' σηκώνουν και βάρος τότε. Μετά τους αγώνες γίνεται χορός και κατόπιν βγάζουν την εικόνα, αφού πέσει το κανόνι. Έρχονται ένα γύρω στο χωριό κι έπειτα μπαίνουν πάλι μέσα, αφού πέσει πάλι το κανόνι.

Στην Αρκαδία, Μεσσηνία, Λήμνο, παραπιλάν τ'άλογα. Μετά τη λειτουργία βάνουν σ'ένα μακρινό μέρος μια κουλούρα και παρατρέχουν με τ'άλογα οι νέοι, ποιος θα την πρωτοπάρει. Αυτός θα την κόψει κομμάτια και θα δώσει σε όλους, όσοι παρατρέξανε μαζί του.

Στου Μπάστα Μεσσηνίας γίνεται τ' Αϊ-Γιωργιού μεγάλο πανηγύρι και παρατρέχουνε τ'άλογα. Οι επίτροποι της εκκλησίας ορίζουν βραβεία: σέλες, χάμουρα, ντουφέκια. Στο Αίνο ο νικητής «διευθύνεται εις την εκκλησίαν και ασπάζεται την εικόνα του αγ.Γεωργίου, εξερχόμενος δε αίρει επ'ώμου εν αρνίον». Στα ελληνικά χωριά της Μεσημβρίας νικητής στην πάλη ήταν αυτός που θα νικούσε στη σειρά τρεις αντιπάλους. (Η τέλεση αγώνων δρόμου, πάλης ή ιπποδρομιών, στις γιορτές και τα πανηγύρια είναι παλιά ελληνική παράδοση.)» (Γ.Α.Μέγας, «Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας)

 

«Τέτοιες χρονιάρες μέρες οι γεροτσελιγκάδες κοιτάζουν και τις πλάτες απ'τα αρνιά που σφάζουν. Έχουν, βλέπεις, και την «πλατομαντεία» τους. Και για αυτούς τους τσομπάνηδες η πλάτη λέει πολλά. Μαντεύουν τι θα γεννήσει η συγκόρμισσα, δηλαδή η γυναίκα του τσοπάνη, μαντεύουν αν θα πουλήσουν πρόβατα, κι ακόμα, αν θα ψοφήσουν πράματα απ';ανέχεια ή ανάγκη.» (Β. Λαμνάτου, «Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας»)

 

«Συνήθεια, τέλος, της γιορτής του Αγίου Γεωργίου, είναι κι οι «κούνιες» και το ζύγισμα των ανθρώπων που γίνονται «για το καλό», για υγεία δηλαδή και ευτυχία. Π.χ., στη Μεσημβρία, «τ' αϊ Γιωργιού ζυγιάζονται, καν'νε και κούνιες στα δέντρα και κουνιούνται' το'χνε σε καλό.» Στη Ζαγορά συνηθίζουν όλοι να κουνιούνται, τουλάχιστον τρεις φορές ο καθένας, λέγοντας ταυτόχρονα: «Εγώ στο χωριό και τα φίδια στο βουνό».» (Γ.Α.Μέγας, «Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας)

 

Χρόνια πολλά!!!